Αρχείο | Νοέμβριος, 2013

Μεγάλη Ελλάδα

27 Νοέ.
Χάρτης της Μεγάλης Ελλάδας

Χάρτης της Μεγάλης Ελλάδας
Πηγή φωτογραφίας: egregores.wordpress.com

Η Μεγάλη Ελλάδα ή Magna Grecia (ή, σπανιότερα, Grande Ellade) στα ιταλικά ήταν η επικράτεια των διαφόρων αρχαίων ελληνικών αποικιών στη Σικελία και στη Νότια Ιταλία.

Oι πρώτες ελληνικές αποικίες ιδρύθηκαν γύρω στο 750 π.Χ. στη Καλαβρία, τη Σικελία και την Απουλία. Είχαν την τυπική ελληνική μορφή της πόλης-κράτους και διατηρούσανε στενές σχέσεις με τις μητροπόλεις τους. Υπήρχαν πόλεις δωρικές, όπως ο Τάρας, οι Συρακούσες και η Γέλα, ιωνικές, όπως η Ελέα και η Κύμη, αλλά και αχαϊκές, όπως ο Κρότων και η Σύβαρις.

Συχνά μεταξύ των αποικιών ξεσπούσαν συγκρούσεις, ενώ εντός αυτών υπήρχαν πολιτικές διαμάχες, γεγονός που βοήθησε στην ανάπτυξη της ρητορικής τέχνης. Εκτός της ρητορικής, καλλιεργήθηκαν η φιλοσοφία, τα μαθηματικά (βλ. Πυθαγόρας) και η πολιτική επιστήμη.  Γενικά, η πολιτιστική συμβολή των Ελλήνων της Μεγάλης Ελλάδας ήταν σημαντική: για παράδειγμα, η γραφή που οι Ρωμαίοι υιοθετήσανε προέρχεται από τα δυτικοελληνικά της Κύμης.

Το τέλος της ακμής της Μεγάλης Ελλάδας ήρθε λόγω της επεκτατικής πολιτικής της Ρώμης. Το έτος 272 π.Χ. καταστράφηκε ο Τάρας και χάθηκε το μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων του, γιατί επαναστάτησαν και βοηθήσανε τον Πύρρο στον πόλεμό του κατά των Ρωμαίων.

Ωστόσο, η Μεγάλη Ελλάδα συνέχισε να υπάρχει ως πνευματικό-πολιτιστικό δημιούργημα, αφού ακόμα σήμερα ένα μέρος του πολιτισμού, των ηθών, των εθίμων και της ελληνικής γλώσσας υπάρχουν στη Κάτω Ιταλία.

Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ

Από τον 6ο αι. μ.Χ. και μετά εγκαταστάθηκαν στην περιοχή βυζαντινοί στρατιωτικοί και πολιτικοί υπάλληλοι, καθώς ο στρατηγός τού αυτοκράτορα Ιουστινιανού, Βελισάριος, το 535 μ.Χ. αποβιβάστηκε στη Σικελία και απελευθέρωσε το νησί και την Καλαβρία από τους Γότθους.

Τον 7ο και 8ο αι μ.Χ. ο ελληνικός πληθυσμός που κατοικούσε από την αρχαιότητα ακόμη στη Σικελία και στη Ν. Ιταλία αυξήθηκε, καθώς πολλοί Έλληνες μετακινήθηκαν από την Ελλάδα στις περιοχές αυτές λόγω των επιδρομών των Σλάβων.

Τον 9ο αιώνα (περίοδος εικονομαχίας) η Νότια Ιταλία κατακλύστηκε από μοναχούς, οι οποίοι ίδρυσαν μοναστήρια, έκτισαν βυζαντινούς ναούς, που σώζονται μέχρι σήμερα.

Στις αρχές του 10ου αι., όταν η Σικελία έπεσε στα χέρια των Αράβων, οι Έλληνες της Σικελίας εγκατέλειψαν τις εστίες τους και κατέφυγαν στη Ν. Ιταλία, όπου και ενίσχυσαν περαιτέρω το ελληνικό στοιχείο της περιοχής.

Κατά τον 11ο και 12ο αι. έχουμε μεταναστευτικά ρεύματα από την Πελοπόννησο κυρίως, αλλά και από άλλα μέρη της Ελλάδος. Με την τουρκική υποδούλωση της Ελλάδος σ’ όλη τη διάρκεια της τουρκοκρατίας συνεχώς κατέφευγαν εκεί φυγάδες Έλληνες. Έτσι, ο ελληνισμός της Κάτω Ιταλίας κατόρθωσε να επιβιώσει και να ακμάζει εκεί χάρη στους συνεχείς εποικισμούς ελληνικών πληθυσμών.

Η «ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΑΔΑ» ΣΗΜΕΡΑ

» [..] Στη Σικελία, θα συναντήσουμε την επαρχία της Μεσσήνας, που το όνομά της είναι μια παραλλαγή της λέξης «Μεσσηνία», δηλαδή του ομώνυμου ελληνικού νομού της Πελοποννήσου με πρωτεύουσα την Καλαμάτα. Ονομάζεται έτσι, διότι, όταν πριν από δυόμισι χιλιάδες χρόνια, το 500 π.Χ. είχε ξεσπάσει ο Μεσσηνιακός πόλεμος ανάμεσα στους Μεσσήνιους και τους Δωριείς κατακτητές από τη γειτονική Λακωνία, οι Μεσσήνιοι τράπηκαν σε άτακτη φυγή και κατέπλευσαν στα γειτονικά παράλια της Νότιας Ιταλίας, με την ελπίδα να ξαναφτιάξουν τις ρίζες και τον πολιτισμό τους.

Η περιοχή της Απουλίας
Πρώτος σταθμός στο ταξίδι μας προς τη Μεγάλη Ελλάδα είναι το χωριό Στερνατιά, στη βορειοδυτική χερσόνησο του ιταλικού ποδιού. Η ονομασία αυτή προέρχεται από της λέξη Στερνός, δηλαδή ο τελευταίος, ο πιο απομακρυσμένος. Γι’ αυτό μην ξαφνιστείτε, αν κάτω από τη λέξη Στερνατιά δείτε να γράφει «KALOS IRTATE» (Ναι! Καλώς ήρθατε).

kalosirtate

Μέχρι την εποχή του Μεσαίωνα, τα ελληνόφωνα χωριά της Απουλίας αριθμούσαν τα είκοσι επτά. Σήμερα έχουν απομείνει μόνον εννέα: η Καλημέρα, το Καστρινιάνο Ντεϊ Γκρέτσι, το Κοριλιάνο, το Μαρτάνο, το Μαρτινιάνο, το Σολέτο, η Στερνατιά και το Τζολίνο.

Η περιοχή της Καλαβρίας
Στη δυτική χερσόνησο της Νότιας Ιταλίας, απέναντι από τον κρατήρα της Αίτνας, βρίσκεται ο άλλος άξονας της Μεγάλης Ελλάδας, η Γκρέτσια Καλαβρίνα, δηλαδή η Ελλάδα της Καλαβρίας. Αν και μεταξύ τους οι δυο περιοχές δεν διατηρούν ιδιαίτερα στενές επαφές, ωστόσο κρατούν αναλλοίωτη την κοινή καταγωγή, όπως είναι η λαογραφική παράδοση με χαρακτηριστικό δείγμα τα νοσταλγικά τραγούδια που θα ακούσουμε στις γιορτές και τα πανηγύρια.

Εννέα είναι και τα χωριά που θα συναντήσουμε στη Γκρέτσια Καλαβρίνα: το Χωρίο Βούα, ο Γυαλός του Βούα, το Ροχούδι, το Χωρίο Ροχούδι, το Βουνί, το Χωρίο Βουνίου, το Γκαλλιτσανό, το Κοντοφούρι και η Αμυνταλία ή Αμεντολέα. Εδώ, στις πλαγιές του Ασπρομόντε κατοικούν εννέα χιλιάδες ελληνόφωνοι κάτοικοι. Ασπρομόντε: μια λέξη ελληνικής καταγωγής, που σημαίνει Άσπρο Βουνό.

H καταγωγή της Μεγάλης Ελλάδας
Οι Ιταλοί γλωσσολόγοι του περασμένου αιώνα, πίστευαν ότι τα ελληνικά αυτά χωριά ιδρύθηκαν κατά τη βυζαντινή περίοδο, όταν χιλιάδες κάτοικοι από τα παράλια της Ελλάδας αποφάσισαν να μεταναστεύσουν.

Οι μακρόχρονες όμως μελέτες στα αρχαιολογικά ευρήματα της Μεγάλης Ελλάδας, απέδειξαν ότι η ιστορία της ξεκινά πράγματι από τα χρόνια των Μεσσηνιακών Πολέμων. Από τότε άλλωστε υπήρχε και η αρχαία λατινική λέξη Ρέτζιο (Reggio) που σημαίνει «περιοχή» και σήμερα τη συναντάμε σε όλες σχεδόν τις σύγχρονες γλώσσες. Στα αγγλικά λέμε Ρίτζιον (Region), στα γαλλικά Ρεζιόν και στα ιταλικά Ρετζιόνε. Αυτή η λέξη λοιπόν ανακαλύφθηκε ότι προέρχεται από την αρχαία ελληνική τοποθεσία «Ρήγιο». Ένα άλλο εντυπωσιακό παράδειγμα είναι η πόλη Οτράντο (Otranto) που προέρχεται από την ελληνική λέξη Υδρούς, από το «ύδωρ» που σημαίνει «νερό».

Αργότερα, κατά τα χρόνια της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας θα συναντήσουμε αμέτρητους ναούς που είναι αφιερωμένοι σε θεότητες του Ελληνικού Δωδεκάθεου, αλλά και αντικείμενα καθημερινής χρήσης με ελληνικές ρίζες. Ας δούμε για παράδειγμα τη βυζαντινή λέξη «σκίφος» που δεν είναι άλλη από το γνωστό ξίφος. Οι επιστήμονες αναζητούσαν επίμονα τις αιτίες που ανάγκασαν τους ντόπιους να κάνουν αναγραμματισμό (δηλαδή να αλλάξουν τη σειρά των γραμμάτων μέσα στην ίδια λέξη), μέχρι τη στιγμή που ο Έλληνας γλωσσολόγος Αναστάσιος Καραναστάσης ανακοίνωσε ότι οι αρχαίοι Πελοποννήσιοι συνήθιζαν να κάνουν αναγραμματισμό σε όσες λέξεις είχαν δύο συνεχόμενα σύμφωνα: όπως π.χ. «σπαλίς» = «ψαλίς» (δηλαδή ψαλίδι).

Ένα παραδοσιακό τραγούδι της «Γρικάνικης Διαλέκτου»
Ήθελα ριντινέντα να γιουρίσω,

Να βαστάζω φόρτσα πάντα,
Να πετνάσω, να στασώ’ς
Τη Νάπολη τσαί να φιλήσω
Τσείνο που τόσον γάπησα τσαί
Να γιουρίσω

Ήθελα χελιδόνι να γίνω
να’ χω Δύναμη πάντα να πετώ
να φτάσω Στη Νάπολη
και να φιλήσω κείνον που τόσο αγάπησα
και να γυρίσω».

Το κείμενο είναι της δημοσιογράφου Έλενας Ρέντα

 

Η γκρεκάνικη γλώσσα
Οι όροι «Γκρεκάνοι» και «Γκρεκάνικα» δημιουργήθηκαν το 15ο αιώνα, ενώ το 1997, ο Giuseppe Nucera αναφέρει ότι «ως προς την γκρεκάνικη διάλεκτο, πρόκειται για μια μικρή-μεγάλη γλωσσική νήσο, η οποία με υπερηφάνεια ανεκάλυψε την συμμετοχή της στην αρχαία ελληνική ρίζα».
Είναι αξιοθαύμαστο το πώς διατήρησε τη γλώσσα του, έστω και ελαφρά αλλοιωμένη, έστω και γραμμένη με το «λατινικό» αλφάβητο.

Παραδείγματα επιρροών από δωρικά και ομηρικά στοιχεία:

«ampi to cipo mu» = γύρω από τον κήπο μου (ampi – αμφί)
«chiru ene» = χείρον ένι, χειρότερο είναι
«afte iane» = εχθές ήταν (iane – ομηρικό «ήεν»)
«is kanni?» = ποιος κάνει; (is – ερωτ. αντωνυμία «τις»)
Άλλα παραδείγματα από τα Γκρεκάνικα
  • addomata = εβδομάδα (settimana στα ιταλικά)
    Το «βδ» μετατράπηκε σε «dd»
  • afidi = φίδι (serpe στα ιταλικά)
    π.χ. «A’ fidia en kannune kako» (=τα φίδια δεν κάνουνε κακό)
  • agapi = αγάπη, στοργή, πάθος, πίστη (affetto στα ιταλικά)
    π.χ. «O pedi-mmu kanni in agapi min Maria» (= ο γιος μου είναι αρραβωνιασμένος με τη Μαρία)
  • Avrili = Απρίλης (aprile στα ιταλικά)
    π.χ. «Feo o Paska pefti ste dekapente ti avriliu» (=φέτος το Πάσχα πέφτει στις 15 του Απρίλη)
  • brokka = πηρούνι (forchetta στα ιταλικά)
    Πιθανόν η λέξη να προέρχεται από την ελληνική «πρόκα»
  • cero = καιρός (tempo στα ιταλικά)
    π.χ. «Simmeri o cero in vasta-ti mavri» (=σήμερα ο καιρός είναι στις μαύρες του, είναι άσχημος δηλαδή)
  • chari = χάρις (grazia στα ιταλικά)
    «chari», «grazia» και τα δύο προέρχονται από την ελληνική λέξη «χάρις»
  • choreo = χορεύω (ballo στα ιταλικά)
    π.χ. «su serri na choressi?» (= εσύ ξέρεις να χορέψεις;)

Η γκρεκάνικη μουσική

ΚΑΙ ΔΥΟ ΕΚΠΟΜΠΕΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΟΥΣ ΤΗΣ ΚΑΤΩ ΙΤΑΛΙΑΣ

Πηγές

kalithalassa.info

italianogr.blogspot.gr

neb.gr

wikipedeia.gr

ethnos.gr

Σχολική ζωή και «νέα» παιδαγωγική

21 Νοέ.

1.

Κατίνας Γ. Παπά, «Η εκδρομή του Δημητρού»

δημΣήμερα τα πράμματα ήτανε δύσκολα για το Δημητρό. Η μητέρα του ερχότανε αργά, η γειτόνισσα έλειπε, σαπούνι δεν είχε, η ώρα έφευγε, κι ως τόσο αυτός, αύριο το πρωί στις εφτά έπρεπε να ‘ναι έτοιμος, με ποδιά καθαρή και το δεματάκι με το φαΐ του στο χέρι.

Για το φαΐ δεν τον έμελλε και τόσο· «πού σε ξέρει ο άλλος τί τρως και τί δεν τρως»! εκείνο που τον επείραζε ήτανε η ποδιά.

— «Η συγκέντρωσις θα γίνει εις την αυλήν του σχολείου. Θα έλθετε όλοι καθαροί και τακτικοί και με το καλαθάκι σας ο καθείς με το φαγητόν του».

Και τα μάτια του δασκάλου, όταν έλεγε «θα έλθετε καθαροί» έπεσαν ακριβώς στην ποδιά του Δημητρού.

Αν η μητέρα του σχόλαινε ενωρίτερα, τί ανάγκη θα είχε; Θα του καθάριζε ωραία την ποδιά του, κι αυτός πρώτος και καλύτερος θα ‘φτανε αύριο στο σχολειό.

Αλλά έλα που σχολούσε αργά απ’ το εργοστάσιο, κι όσο να ‘ρθει τόσο δρόμο στο σπίτι ενύχτωνε. Πότε θα πρόφτανε να την πλύνει; Κι αν δεν εστέγνωνε; Ο Δημητρός άνοιξε διάπλατα τα μάτια του από αγωνία. Ήτανε ένας μήνας, που την περίμενε αυτή την εκδρομή, κι αν δεν επήγαινε θα ‘σκαζε.

Δεν επήγε ποτέ του εκδρομή, και του φαινόταν πολύ μεγάλο πράμα. Και μη δεν ήτανε κι’ όλας;

Δέντρα, πράσινη γης, νερά τρεχούμενα, αγέρας, βουνό, ελευθερία. Τούμπες και πηδήματα και φωνές, κι ο δάσκαλος εκεί μπροστά, να σε βλέπει και να μη λέει τίποτες· να μη σου τραβάει τ’ αυτί και να μη σου μετράει δεκαοχτώ τσουχτερές χαρακιές στη σειρά απάνω στην παλάμη σου.

Και το πιο παράξενο, να χαμογελάει!

Μα αυτό ίσα-ίσα ήτανε, που δεν το χωρούσε το κεφάλι του Δημητρού, κι ας το λέγανε όλα τα παιδιά, που πήγανε και πέρσυ εκδρομή με το δάσκαλο. Ο Πανούτσος μάλιστα πήρε και όρκο. «Ο δάσκαλος χαμογελάει! αλήθεια σου λέω, μα το σταυρό!» κι ο Πανούτσος φίλησε το σταυρό, που έκανε με τα δάκτυλά του· «0 δάσκαλος χαμογελάει! τον είδαμε με τα μάτια μας».

Και ο Δημητρός συλλογίστηκε το δάσκαλό του, που έμπαινε κάθε μέρα στην τάξη κατσουφιασμένος κι άγριος, σα να τον έδερνε κάθε πρωί ο πατέρας του.

Δε θυμάται να γέλασε ποτέ.

— «Διατί εφόνευσεν ο Ηρακλής τας Στυμφαλίδας όρνιθας;»

— «Για να γεμίσει προσκέφαλα με τα πούπουλα», φώναξε ο Πανούτσος.

Τα παιδιά γελάσανε, μα ο δάσκαλος σούφρωσε τα φρύδια του. Κατέβηκε άγριος από την έδρα κι έδωκε τέτοιο ξύλο στον Πανούτσο, που όλοι βουβάθηκαν.

Μόνο με το Ζακυθινό δε θυμώνει· θα πεις, αυτός είναι καλός μαθητής και τα λέει όλα με τη σειρά:

— «Και ο Θεός καταράστηκε τους πρωτοπλάστους και είπε στον Αδάμ να κερδίζει τον άρτον του με τον ιδρώτα του προσώπου του».

Τα φρύδια του δασκάλου ξεσούφρωσαν και το πρόσωπό του έγινε μαλακώτερο.

…«κι εσύ φίδι, να είσαι καταραμένο και να σέρνεσαι εις τους αιώνες με την κοιλίαν σου».

«Και πώς περπατούσε πρωτύτερα;» ρώτησε ο καημένος ο Δημητρός, μα έφαγε κι αυτός της χρονιάς του.

Και να σου ορκίζεται ο Πανούτσος, πως αυτός ο δάσκαλος αύριο θα χαμογελάει! Να το βλέπεις και να μη το πιστεύεις!

Ωστόσο η ώρα περνούσε κι ο Δημητρός δενεύρισκε ησυχία, βγήκε στην αυλή και τράβηξε ίσια κατά τη γειτόνισσα.

Μια μικρή κάθονταν στο κατώφλι, και έτρωγε με όρεξη το ψωμί της.

— Φιλίτσα! αι, Φιλίτσα, φώναξε από μακρυά· «ήρθε η μητέρα σου;»

Η μητέρα της Φιλίτσας ήτανε φίλη με τη μητέρα του Δημητρού και πολλές φορές τον φρόντιζε, όταν έλειπε η δική του. Μα για κακή του τύχη έλειπε σήμερα κι αυτή.

—Τι τη θέλεις; ρώτησε η μικρή.

— Το και το, διηγήθηκε ο Δημητρός.

— Μπα! και δε σου την πλένω εγώ την ποδιά σου!

— Ξέρεις εσύ να πλύνεις ποδιά;

Αυτό δα έλειπε τώρα να ‘ξερε κι η Φιλίτσα να πλένει! Μα πάλε, πού ξέρεις! Αυτές οι κοπέλες είναι επιδέξιες· ξέρουνε τόσα πράμματα, που δεν τα ξέρουμε μεις τα παιδιά!

— Φέρ’ την ποδιά σου και θα δεις!

Ο Δημητρός τ’ αποφάσισε· μια και δυο έβγαλε την ποδιά του και την παράδωκε στη Φιλίτσα.

Εκείνη την πήρε σοβαρή και τράβηξε ίσια κατά τη βρύση. Αλλά η βρύση ήτανε κλειστή και δεν άνοιγε εύκολα. Μα κι ο Δημητρός ήτανε άντρας· έδωσε, πήρε, την άνοιξε.

— Εσύ να κρατάς την ποδιά κάτω από τη βρύση κι εγώ να την πλένω.

Το νερό έτρεχε με ορμή και τους πιτσίλιζε πατόκορφα, μα ποιος πρόσεχε σε τέτοια· κι οι δυο ήτανε βυθισμένοι στη δουλειά τους.

Ύστερα τη στίψανε μέσα στις χούφτες τους και την κρεμάσανε σουφρωμένη στο σκοινί.

Η Φιλίτσα από τον ενθουσιασμό της μοίρασε το ψωμί της με το Δημητρό και κάθισαν κι οι δυο στο κατώφλι.

Η Φιλίτσα δεν πήγαινε ακόμα στο σχολείο κι ο Δημητρός της έκανε το σοφό. Για να τη διασκεδάσει της έκαμε απόψε και το δάσκαλο. Σηκώθηκε ορθός, κορδώθηκε φουσκωτός, όσο μπορούσε, κι αφού έσφιξε τη μύτη του δυνατά με τα δυο του δάχτυλα για να πετύχει καλύτερα τη φωνή του δασκάλου, άρχισε να ξεφωνίζει:

— Σιωπή, παρακαλώ! Σήμερον θα σας είπω διά τον τρίτον άθλον του Ηρακλέους, διά τον Ερυμάνθιον κάπρον.

Η Φιλίτσα τό ‘βρε πολύ διασκεδαστικό, όπως το ‘λεγε με τη μύτη ο Δημητρός εκείνο το «ερυμάνθιον»· έσφιξε κι αυτή τη μυτίτσα της και ξεφώνιζε: «ερυμάνθιον» ! «ερυμάνθιον» !

Μα σε λίγο κουράστηκε, άναψαν τα μαγουλάκια της της πόνεσε κι η μύτη της και ξανακάθησε στο κατώφλι.

Η μέρα έφευγε και ο ουρανός σκοτείνιαζε. Ένα ένα άρχισαν να φαίνoνται  τ’ άστρια.

— Και τί χρειάζονται, Δημητρό, τ’ άστρια; Σου το ‘πε ο δάσκαλος;

— Ο δάσκαλος; και τί ξέρει ο δάσκαλος απ’ αυτά;

Ο Δημητρός άρπαξε πάλι τη μύτη του:

«Οι αστέρες ανατέλλουσιν εξ ανατολών και δύουσιν εξ δυσμών», όχι, «και δύουσιν από δυσμών». Όχι, όχι, ούτε έτσι, στάσου να δεις, πώς το λέει: «οι αστέρες ανατέλλουσιν από ανατολάς και δύουσιν από δυσμάς», μάλιστα, έτσι το λέει.

— Και τί πα να πει «ανατέλλουσιν από ανατολάς και δύουσιν από δυσμάς;» Εσύ το καταλαβαίνεις;

— Εγώ λέω, που το σωστό είναι, πως μόλις νυχτώνει, ο Θεός ανάβει στον ουρανό ένα-ένα τα λυχναράκια του, για να βλέπουν τα πουλάκια όλου του κόσμου να γυρίζουν στις φωλίτσες τους. Αυτά τα λυχναράκια του Θεού είναι τα άστρια.

Και τα παιδιά, με τα μάτια καρφωμένα στο βαθύ ουρανό, μετρούσαν τα «λυχναράκια» ώσπου απoκoιμήθηκαν.

Την άλλη μέρα το πρωί βούιζε η γειτονιά από τα τσιρίσματα, τις φωνές και τα γέλοια των παιδιών, που ανυπόμονα περίμεναν στην αυλή, πολύ πριν της ώρας.

«Και πού τα βάζουν κάθε μέρα τα χέρια τους και τα πόδια τους αυτά τα παιδιά, που σήμερα δεν ξέρουν, πού να τα οικονομήσουν;» Συλλογίζονταν μια νέα γυναίκα, που παρακολουθούσε από το παράθυρό της την ανησυχία των μικρών.

Καθένας που έμπαινε δέχονταν τις φωνές και τα πειράγματα των αλλονών.

— Ω! καλώς το Γιωργάκη! Τη νυχτικιά της νόνας σου σού ντύσανε σήμερα;

Ο Γιωργάκης, που φορούσε μια πλατειά και μακριά άσπρη μπλούζα μ’ ένα λουρί στη μέση, κοκκίνισε όλος και σήκωσε τη μπλούζα του, για να τους δείξει, πως φορούσε και πανταλόνι.

Τα περσότερα παιδιά ήτανε με τις ποδιές τους φρεσκοπλυμένες και φρεσκοσιδερωμένες, μα μερικά είχαν έρθει με τις φορεσιές τους, κι αυτά τραβούσανε όλα τα πειράγματα.

— Δε σου πάει και άσκημα το βρακί του πατέρα σου! Έλεγε ένα στεγνό ψηλό παιδί σ’ ένα στρουμπουλό παιδάκι, που φορούσε ένα μακρύ και πλατύ πανταλόνι, που το έπνιγε. Εκείνο δεν εκατάλαβε και τον κύτταξε μ’ απορία. Γιατί του έλεγε, πως ήτανε του πατέρα του, αφού ήτανε του αδερφού του του μεγαλύτερου;

Σε λίγο παρουσιάστηκε κι ο Πανούτσος, μα δεν ήτανε σαν πάντα γελαστός κι άταχτος.

Μπήκε σοβαρός κι αμίλητος μ’ ένα βαρύ καλαθάκι στο χέρι κι έδειχνε πως δεν έπαιρνε σήμερα από αστεία. Τράβηξε ίσια σε μια απόμερη γωνιά της αυλής και δε λάβαινε μέρος στις  φωνές και στα πειράγματα των παιδιών.

Σήκωνε με τρόπο το καπάκι του καλαθιού του, βουτούσε το χέρι του μέσα και ύστερα έγλειφε ένα ένα τα δάχτυλά του με τη σειρά. Η μητέρα του του είχε βάλει στο καλαθάκι κι ένα καλό κομμάτι μπακλαβά κι ο νους του Πανούτσου ήτανε κολλημένος εκεί.

Σε λίγο άνοιξε διάπλατη η βαρειά ξύλινη πόρτα και φάνηκε το μεγάλο αυτοκίνητο, που θα τους έπαιρνε.

Την ίδια ώρα παρουσιάστηκε κι ο δάσκαλος και παράγγειλε ν’ ανεβούν.

Τα παιδιά ξεχύθηκαν όλα μαζί και με φωνές και γέλια πνιχτά στριμώχτηκαν, όπως μπορούσαν μέσα στ’ αυτοκίνητο· ο δάσκαλος πήδησε τελευταίος κοντά στον οδηγό και τ’ αυτοκίνητο ξεκίνησε. Στην αρχή σιγά, κι ύστερα με ταχύτητα·  ένα πυκνό σύννεφο σκόνης σηκώθηκε από το δρόμο και σκέπασε τ’ αυτοκίνητο που έφευγε ολοταχώς απάνω στο μακρύ ίσιο δρόμο όσο που χάθηκε. Την ίδια ώρα έφτανε λαχανιασμένος κι ο Δημητρός, από την άλλη μεριά του δρόμου. Φορούσε την ποδιά του καθαρή, μα στριφτή και καταζαρωμένη, όπως την είχε απλώσει αποβραδίς η Φιλίτσα. Είχε πάρει και το ψωμί του στην τσέπη του· μα στο δρόμο συλλογίστηκε, που ο δάσκαλος τους είχε πει: «και ο καθένας με το καλαθάκι του με το φαγητόν του».

Μη τον έβλεπε τώρα δίχως καλαθάκι και τον έστελνε πάλι στο σπίτι του;

Ο Δημητρός δεν έχασε καιρό· έβγαλε το μαντήλι του, τ’ άπλωσε απάνω στο δρόμο, έβαλε μέσα το ψωμί του, το ‘δεσε στις τέσσερεις άκρες και κρατώντας από τους κόμπους το δέμα του —τί δέμα, τί καλαθάκι το ίδιο έκανε— έτρεχε χαρούμενος κατά το σχολειό.

Τώρα δεν του ‘λειπε τίποτα.

Τι ωραία, που θα περνούσε! Κανένας δε θα ‘βλεπε το δέμα του. Έτσι που τα είχε καταφέρει στο δέσιμο, φαίνoνταν φουσκωτό σα να είχε του κόσμου τα πράματα, ως και γλυκό μπορούσε να ‘χε μέσα και φρούτα και τυρί.

Έφτασε μπροστά στο σχολειό.

Παναγία μου! η πόρτα ήτανε κλειστή από πάνω ως κάτω! και μια τέτοια ησυχία, που όμοιά της δεν είχε καταλάβει ποτέ ο Δημητρός. Σαν να πέθανε μονομιάς όλος ο κόσμος και ν’ απόμεινε αυτός μοναχός του.

Επάγωσε κι η πνοή του επιάστηκε.

Κοίταξε γύρω του· κανείς!

Μόνο η γειτόνισσα στέκονταν ακόμα στο παράθυρο και τον είδε.

— Άργησες! του φώναξε από το παράθυρο.

— Άργησα… είπε κι ο Δημητρός.

[πηγή: Κατίνα Γ. Παπά, Στη συκαμιά από κάτω. Διηγήματα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2000 (4η έκδ.), σ. 186-196]

2.

Γιατί η μηλιά δεν έγινε μηλέα

Στο διήγημα του Βιζυηνού που έχει τον τίτλο “Γιατί η μηλιά δεν έγινε μηλέα” ένας αρχαιoλάτρης δάσκαλος προσπαθεί να πείσει το μαθητή του ότι το δέντρο που βρίσκεται στην αυλή του σπιτιού του δε λέγεται μηλιά, όπως του έχουν μάθει οι γονείς του, αλλά μηλέα. Ο δάσκαλος προσπαθεί να πείσει τα παιδιά να αρνηθούν τη μητρική τους γλώσσα και, συνακόλουθα, , χωρίς να το καταλαβαίνει, να τα αποκόψει από τις ρίζες τους

 [….]

Όταν έφερον εις το χωρίον μας νέον διδάσκαλον ήλπισα ενδομύχως ότι θα εμάνθανον πλέον τι πράγμα είναι η μηλιά, διότι πριν φτάσει ο φραγκοφορεμένος εκείνος κύριος εις το χωρίον μας διεδόθη μεταξύ των παιδίων ότι ήτο πολύ καλύτερος από τον παλαιόν και τα ήξευρε όλα περιγραμμάτου. Η φήμη δεν διεψεύσθη. Διότι, μόλις ελθών ο καχεκτικός εκείνος νεανίσκος, ανέγνωσε τα ονόματά μας εκ του καταλόγου και αμέσως εύρεν ότι ήσαν όλα εσφαλμένα και ότι ο πρώην ημών διδάσκαλος ήτο χαϊβάνι. Και επήρε λοιπόν το κονδύλι και ήρχισε να μας διορθώνει τα ονόματά μας.

   ― Πώς σε λέγουν εσένα;

   ― Θεόδωρο Μπεράτογλου.

   ― Όχι, βρε χαϊβάνι! Θουκυδίδη σε λέγουν. Θουκυδίδη Μπεράτογλου. Εσένα, πως σε λέν;

   ― Δημήτρη Ντεμιρτζόγλου.

   ― Όχι, βρε χαϊβάνι! Δημοσθένη Ντεμιρτζόγλου.

          Και ούτω καθ’ εξής εν μια ημέρα μετέβαλεν, ο αθεόφοβος, όλα τα βαπτιστικά μας ονόματα, αρσενικά και θηλυκά, τοιουτοτρόπως ώστε, αν συνέβαινε να έλθει κατ’ εκείνη την εποχήν εις το χωρίον μας ξένος τις εκ των αγαθών φιλελλήνων, θα επίστευεν αναμφιβόλως ότι ανεκάλυψεν αίφνης την αρχαίαν Ελλάδα ολοζώντανον, με όλους αυτής τους θεούς, τας θεάς, τους ημιθέους και τους ήρωας, του ποιητάς και τους σοφούς της φοιτώντας εις το αλληλοδιδακτικόν σχολείον, γυμνούς μεν τους πόδας και ασκεπείς την κεφαλήν, όπως άλλοτε, αλλά βρακοφορούντας και γελεκοφορούντας και  αντερο-φορούντας!

          Όπως δήποτε, όταν ο ασυνείδητος εκείνος άνθρωπος, έπεισε τον κόσμον ότι εγώ δεν είμαι του Γεωργή του χωρίου μου, αλλά ο Γοργίας, το πράγμα δεν μου ήγγισε τόσον δα την καρδία μου· το επήρα δι’ αστείον. Άλλωστε εγώ δεν ωνόμαζον ποτέ τον εαυτόν μου και η μεταβολή απέβλεπε τους όσοι έμελλον να με καλώσι με το νέον μου όνομα.

          Αλλά τα περιγραμμάτου του διδασκάλου μας δεν περιωρίσθησαν εις τα ονόματά μας μόνον. Δις η τρις της εβδομάδος ηγγάρευέ τινας εξ ημών δια να ξεβοτανίζομεν τον κήπο της μητροπόλεως. Εγώ δεν έβλεπον την ώραν να έλθη η σειρά μου. Εν τω κήπω υπήρχεν έν δένδρον ανθισμένον ως το ιδικόν μας. Χωρίς άλλο θα εμάνθανον τι πράγμα είναι αυτό το δένδρον. Όταν, τέλος, αγγαρευθείς και εγώ, ευρέθην μετά του διδασκάλου ενώπιον της μηλιάς:

   ― Τι πράγμα εν’ αυτό το δένδρον, δάσκαλε, τον ηρώτησα, δείξας προς αυτόν δια του δακτύλου.

   ― Μηλέα, απεκρίθη εκείνος.

   ― Όχι! απήντησα εγώ, δεν το ξέρεις! Αυτό ν’ μηλιά!

          Ήτο η κακή ώρα που το είπα, διότι από τότε ήρχισαν τα βάσανά μου με αυτόν τον διδάσκαλον. Θεούς και ανθρώπους μαρτύρομαι, ότι εγώ ηρώτησα ουχί περί του ονόματος ―το όνομα το ήξευρον ― αλλά περί του πράγματος: τι πράγμα είναι το δένδρον ήθελον να μάθω, τίποτε άλλο. Ο διδάσκαλος μου όμως, δεν ηξεύρω τι παθών, απεφάσισεν απ’ εκείνης της στιγμής να με μάθη και καλά ότι η μηλιά δεν είναι μηλιά, αλλά μηλέα!

   ― Πες πως το λένε μηλέα! εκραύγαζεν έξαλλος ο ισχνός και χλωμός νεανίσκος, κρατών με από το ωτίον και δεικνύων το δένδρον.

   ― Μπα, π’ ανάθεμά τον! εσκεπτόμην εγώ ηγανακτισμένος, πως ημπορεί αυτό ποτέ να γίνει η μηλιά μηλέγα! Αυτό είναι το ίδιο δένδρο που έχουμεν εις τον κήπον μας, κάμνει τα αυτά άνθη, τα αυτά φύλλα, τους αυτούς καρπούς, δεν ημπορεί παρά να είναι και αυτό μηλιά, όπως η εδική μας. Το ξέυρω από μιας αρχής, με το έμαθεν η μητέρα μου. Το λέγει όλος ο κόσμος! Εγώ ποίον να πιστεύσω περισσότερον, την μητέρα μου και τους χωριανούς μου ή αυτόν τον ξένον, που ήλθε να μας αλλάξει τα ονόματά μας!

   ― Όχι δάσκαλε, δεν το ξέρεις! απεκρινόμην οσάκις με ηρώτα· αυτό ν’ μηλιά!

   ― Μπα; Έτσι θες εσύ, χαϊβάνι; Τώρα να σε δείξω εγώ πώς το λέν.

          Και -αυτού σε τρώγει, αυτού σε πονεί- μου έδωκεν ο αθεόφοβος τεσσαράκοντα παρά μίαν, οξύτατα κραυγάζων εν τω μεταξύ να ειπώ ότι η μηλιά δεν είναι μηλιά, αλλά μηλέα! [….]

 

 3.

Πώς έγινα δάσκαλος

[…] Κοίταζα τα περασμένα κι έβλεπα ένα παιδί ολοζώντανο με πηγαία ενδιαφέροντα άλλοτε να παίζει τρελά κι άλλοτε ανήσυχο και ακούραστο να δοκιμάζει, να σκέπτεται, να συνδυάζει, να επιχειρεί, να συγκεντρώνεται ώρες και μέρες σε δικά του προβλήματα, να διψά για γνώση και για φως. Και τώρα; Άκουα φιλοσοφία και άλλα μαθήματα στο ξένο πανεπιστήμιο, και όπου κατόρθωνα να συγκεντρωθώ και να προσέξω, τα καθηγητικά λόγια μού ξέφευγαν σα να ’ταν ιερογλυφικά σημεία. Και όμως είχα ζήσει παιδί ακόμα στο δικό μου κόσμο και με το δικό μου τρόπο κάτι απ’ αυτά που έφταναν τώρα στ’ αυτιά μου. Ποιο χέρι πήρε ένα θεόρατο σφουγγάρι κι έκαμε την ίδια ψυχή τάμπουλα ράζα, τι της στέγνωσε έτσι κάθε δροσιά;

Κι έβλεπα τότε ξέχωρα από το δικό μου κόσμο ένα πελώριο και άδειο κτίριο, σωστό «νησί των νεκρών», αποκλεισμένο με ψηλά, πυκνά και μαύρα κυπαρίσσια απ’ όλη τη ζωή. Ήταν το ελληνικό σχολείο και το γυμνάσιο, όπου είχα περάσει εφτά χρόνια, πέντε και έξι ώρες την ημέρα. Αν από το δημοτικό δε μου είχαν απομείνει παρά ένα δυο σκηνές και μια θολή εικόνα, το νησί των νεκρών το ξαναζούσα ολόκληρο:

Το παιδί του Παρνασσού ακούει Γεωγραφία. Ο σχολάρχης, μη μπορώντας να περπατήσει, καθόταν στην έδρα του με μια βέργα μακριά. Ένας χάρτης κρεμόταν κοντά του στον πίνακα, κι εκεί φώναζε ένα ένα τα παιδιά με ονόματα ειδικά το καθένα: «κουτσουκέρα γίδα» ή «ρούσικο στιβάλι» ή «καλαπόδι» και άλλα παρόμοια. Τα φώναζε να ειπούν και να δείξουν το μάθημα. Αλίμονο αν ξεχνιόταν ένα ποτάμι της Αμερικής ή ο αριθμός των κατοίκων από κάποια πόλη της. Η βέργα έπεφτε βροχή μαζί με τις βρισιές. Κι αυτό ήταν το μόνο που συγκέντρωνε την προσοχή όλων μας. Μόλις τελείωνε όμως και φώναζε για μάθημα άλλο παιδί, γυρίζαμε αμέσως στη δουλειά μας. Άλλοι διάβαζαν κλεφτά κάτω από το θρανίο το παρακάτω, άλλοι παίζαμε με κλωτσιές αθόρυβες, ώσπου να συγκεντρωθούμε πάλι με νέο ξύλο και νέες βρισιές. Και συλλογιζόμουν τώρα τη Γεωγραφία που την είχα όλη μάθει απ’ έξω, κι έβρισκα μονάχα πλήθος αριθμούς και ατέλειωτα μπερδεμένα ονόματα από ποταμούς, βουνά και πόλεις…

Το μικρό ταχτικό καλλιεργητή του δικού του περιβολιού τον έπαιρνε η σχολική Φυτολογία και η διδασκαλία της. Αποστήθιζε πώς αναπτύσσονται και ζουν τα φυτά, διάβαζε για «υπέρους, στήμονας,  θρίδακας» και τα παρόμοια, και δεν καταλάβαινε τίποτα, αν και ήτανε τα ίδια φυτά και λουλούδια που τόσο τ’ αγαπούσε και τα φρόντιζε στο σπίτι του. Και την άλλη μέρα θα το έλεγε το μάθημα νεράκι, αν τον «έβγαζε έξω» ο δάσκαλος, ένας άνθρωπος αγέλαστος με μεγάλη επιβολή, αλλά και με μάτι που δεν του ξέφευγε τίποτα. Σ’ αυτόν ήμαστε αρνάκια· αρνάκια όμως που έτρεμαν και παπαγάλιζαν ή μάθαιναν το πολύ ορθογραφία και κάποια σύνταξη.

Αλέξανδρος Δελμούζος, Γράμμα σ’ ένα φίλο μου

 

 

 

4.

Λιλίκας Νάκου, Η κυρία Ντορεμί 

Μια πολύ νεαρή πρωτοδιόριστη καθηγήτρια Γαλλικών φτάνει τη δεκαετία του 1930 στο Ρέθυμνο για να διδάξει στο Γυμνάσιο. Γρήγορα της δίνεται το παρατσούκλι «η κυρία ντορεμί», καθώς, εκτός των Γαλλικών, διδάσκει και ωδική (μουσική). Οι συνθήκες διδασκαλίας στο σχολείο ήταν εξαιρετικά δύσκολες, καθώς οι μαθητές έφταναν τους 150 στην τάξη και ήταν πάρα πολύ ζωηροί…

 

Η Ελένη Ανουσάκη στο ρόλο της κυρίας Ντορεμί στην τηλεοπτική σειρά της ΕΡΤ "Η κυρία Ντορεμί"

Η Ελένη Ανουσάκη στο ρόλο της κυρίας Ντορεμί στην τηλεοπτική σειρά της ΕΡΤ «Η κυρία Ντορεμί»

[…]ΕΝΑΣ ΜΗΝΑΣ κύλησε χωρίς μεγάλες στεναχώριες. Αν εδίδασκα μόνο Γαλλικά στο Γυμνάσιο, θα τα κατάφερνα, νομίζω, καλά. Ακόμα και οι μεγάλοι της Έκτης στην αρχή κάθονταν μαζί μου καλά.[…]

Καταλαβαίνει κανείς εύκολα εάν μπορούν να ενδιαφέρθούν για το μάθημα της Ωδικής παιδιά, σχεδόν άντρες πιά, που το μεγαλύτερο ενδιαφέρον τους στρέφεται στα όπλα. Πώς να τους μάθεις τις νότες, το σολφέζ, χωρίς να σε πάρουν στην κοροϊδία; […] Α, δε θα ξεχάσω ποτές εκείνη την περίοδο της ζωής μου. Είχα χάσει τον ύπνο μου. Τα παιδιά της Έκτης δεν ήθελαν να μάθουν τις νότες. Σχεδίαζα πάνω στον μαυροπίνακα το πεντάγραμμο, τους έδειχνα τις νότες, τις τραγουδούσα, τους μάθαινα το ντο-ρε-μι. Ήταν αδύνατο όμως να τα πούνε σωστά. Τάλεγαν «κουλουράκια».

– Είντα μαθές είν’ αυτό το στρογγυλό στην τρίτη γραμμή; μού φώναζαν περιγελαστικά.

-Κια αυτό κάτω από τις γραμμές, που μοιάζει αυγό με άχυρο στη μέση, είντα ναι;

– Το «ντο»! απαντούσα εγώ αυστηρά, ενώ ίδρωνα από αγωνία.

[…]

Στις αρχές πήγαινα κοντά στα παιδιά, έπαιρνα τα δεξί τους χέρι και τους μάθαινα πώς να κρατάνε το χρόνο.

– Ένα! δύο! τρία! τέσσερα! Ένα ολόκληρο, παιδιά, αξίζει τέσσερους χρόνους. Λοιπόν ας αρχίσουμε όλοι μαζί: Ντό-ο-ο-ρέ-ε-ε-μί-ι-ι…τρεις χρόνοι…Καταλάβατε τώρα;

Δεκάδες μάτια με κοιτάζαν περιγελαστικά. Κι ο μαθητής που του κρατούσα το χέρι για να βαστά το χρόνο ήταν ένα παληκάρι ως εκεί πάνω, ένα μέτρο κι ογδόντα. Κι αυτό το μικροσκοπικό γυναικάριο που ήμουν εγώ, που ίδρωνε και ξίδρωνε να να τους μάθει τις νότες, θα τους φαινότανε σίγουρα πολύ γελοίο.

-Είντα κοπελιά μάς στείλαντε για δασκάλα; Μια πιθαμή!…θα λέγανε και θά ‘σκαζαν στα γέλια.

Και δος του εμένα να τρέχει ο ιδρώτας. Μόλις έβγαινα απ’ την τάξη, έπρεπε να πάω τρεχάλα στο δωμάτιό μου ν’ αλλάξω πουκάμισο, γιατ’ ήμουν μουσκίδι. Κέρδιζα δηλαδή το ψωμί όχι απλώς με τον ιδρώτα του προσώπου μου, όπως λέει το ρητό, αλλά με ποτάμι από ιδρώτα.

Οι πιο μεγάλοι της τάξης, που θα ήταν 24 ως 25 χρονών, αυτοί κάθονταν στα τελευταία θρανία. Ξαπλώνονταν εκεί και διάβαζαν μαθηματικά ή ό,τι άλλο δείχνοντας ολοφάνερα την αδιαφορία, την προπέτειά τους σε μένα και στο μάθημα που δίδασκα. Αυτό με πλήγωνε περισσότερο απ’ όλα. Τους έκαμα πολλές φορές παρατήρηση γι’ αυττό και τους είπα να μην έρχονται στην τάξη.

-Ερχόμαστε μονάχα για να μη μας βάλεις απουσία, απάντησαν με αναίδεια. Αυτό μας έλειπε τώρα, να ξελαρυγγιζόμαστε με τα κουλουράκια που γράφεις αυτού στο μαυροπίνακα…

Μια μέρα που έμπαινα στην τάξη, ένας απ’ αυτούς τους μεγάλους σηκώθηκ, μ’ έδειξε στους άλλους με το δάχτυλο και φώναξε γελώντας:

– Να την! Έρχεται η κυρία Ντορεμί…

Όλη η τάξη άρχισε τότε να κάνει καζούρα και να φωνάζει:

-Η κυρία Ντορεμί! Η κυρία Ντορεμί!

[…]

-Ε, καλημέρα παιδιά, καλημέρα…Ωραίο όνομα μού χαρίσατε, τρεις όμορφους ήχους μουσικής…Τι καλύτερο απ’ αυτό! Έτσι δε θα με ξεχάσετε εύκολα, όταν φύγω από την Κρήτη…

Τότε ένας νέος σηκώθηκε άξαφνα και με ρώτησε:

-Γιατί το λέτε αυτό, δεσποινής Μακρή; Δεν πρόκειται να μας φύγετε, πιστεύω.

-Αν εξακολουθήσετε να μου φέρνεστε έτσι, θα ζητήσω εξάπαντος από το Υπουργείο να με μεταθέσουν, κάπου αλλού…

Τότε ο νέος γύρισε προς τους συμμαθηκές του και τους φώναξε αγαναχτισμένος:

-Βλέπετε τι βλάκες που είστε; Θα την κάμετε τη γυναίκα να πάρει τα μάτια της και να φύγει από τον τόπο μας! Ντροπή μας! Αυτή φταίει αν το μάθημα της μουσικής θεωρίας δες σας ενδιαφέρει; Τέτοιο είναι το πρόγραμμα του Υπουργείου!…Τι θέλετε να κάμει αυτή; Ν’ αλλάξει το πρόγραμμα; Μια φορά που είχαμε κι εμείς την τύχη να μας φέρουν καλή δασκάλα, της φερόμαστε σαν άγριοι! Ναι, ντροπή μας!…

Είχε επιβολή αυτός ο νέος στους συμμαθητές του, καθώς φαίνεται, γιατί αμέσως σώπασαν οι άλλοι.

[πηγή: Λιλίκα Νάκου, Η κυρία Ντορεμί, Δίφρος, Αθήνα 1955, σ. 62-65]

5.

Το ξύλο βγήκε από τον παράδεισο

Μια ταινία του 1959 σε σενάριο και σκηνοθεσία Αλέκου Σακελλάριου

6.

Χτυποκάρδια στο θρανία

Κινηματογραφική διασκευή της ομώνυμης θεατρικής κωμωδίας των Σακελλάριου-Γιαννακόπουλου (1963)

7

 

Η μάχη του Κλειδίου (1014 μ.Χ)

19 Νοέ.

      Η μάχη στο Κλειδί το 1014 σήμανε το τέλος μιας μακροχρόνιας διαμάχης Ελλήνων και Βουλγάρων.    

   Από το 1004 ο τσάρος Σαμουήλ των Βουλγάρων σχεδόν περι- κυκλωμένος, έχοντας διδαχθεί ότι δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τους Βυζαντινούς σε «εμφανή μάχη», απέφευγε κάθε αναμέτρηση. Το γεγονός αυτό όμως εκμεταλλεύτηκε ο αυτοκράτορας Βασίλειος ο Β’ ο οποίος εισέβαλλε στις βουλγαρικές περιοχές με στρατό βυζαντινό και με τμήματα συμμάχων, κυρίως Ρως αλλά και Ούγγρων, και κατέστρεφε τα πάντα στο πέρασμά του. Επί δέκα χρόνια συνεχίστηκαν οι βυζαντινές εκστρατείες και η βουλγαρική ύπαιθρος καταστρεφόταν όλο και πιο πολύ. Η στρατηγική αυτή και η μεθοδικότητα με την οποία εφαρμόστηκε ανάγκασαν το Σαμουήλ να  επιχειρήσει ως αντιπερισπασμό μια επίθεση κατά της Θεσσαλονίκης, η οποία όμως απέτυχε οικτρά. Βλέποντας, επομένως, ότι είναι αδύνατο ν’ αντιμετωπίσει το βυζαντινό στρατό σε ανοικτό πεδίο, αποφάσισε να σταματήσει τις βυζαντινές εισβολές κλείνοντας τα ορεινά στενά από τα οποία περνούσε ο βυζαντινός στρατός για να μπει στα βουλγαρικά εδάφη. Οχύρωσε, λοιπόν, μεταξύ άλλων, και το στενό του Κλειδίου ανάμεσα στις Σέρρες και στο Μελένικο.

Το σημείο της μάχης

Το σημείο της μάχης

     Πράγματι, το καλοκαίρι του 1014 ο βυζαντινός στρατός σε μια πρώτη φάση δεν μπόρεσε να κάμψει τη βουλγαρική άμυνα. Όταν όμως ο στρατηγός Νικηφόρος Ξιφίας οδήγησε τα στρατεύματά του στο όρος Βαλαθίστα, νότια του Κλειδίου, οι Βούλγαροι βρέθηκαν κυκλωμένοι και νικήθηκαν ολοκληρωτικά στις 29 Ιουλίου του 1014. Ο ίδιος ο αυτοκράτορας, παρά τα πενήντα εννέα χρόνια του, πολέμησε κι αυτή τη φορά – όπως πάντοτε – στην πρώτη γραμμή, αποτελώντας παράδειγμα προς μίμηση για τους στρατιώτες του. Οι Βυζαντινοί συνέλαβαν 14.000 ή 15.000 αιχμαλώτους. Λίγες μέρες μετά παραδόθηκε και το Μελένικο. Ένα βυζαντινό τμήμα όμως που επιχείρησε να προχωρήσει έπεσε σε βουλγαρική ενέδρα και συντρίφθηκε. Τότε ο Βασίλειος ο Β’ προτίμησε να οπισθοχωρήσει και να προχωρήσει προς τη βορειοδυτική Μακεδονία.

    Μετά τη μάχη του Κλειδίου ο Βασίλειος ο Β’ τιμώρησε σκληρά τους πολυάριθμους αιχμαλώτους που είχε στα χέρια του. Σε συμβούλιο που συγκλήθηκε η ομόφωνη σχεδόν πρόταση των στρατηγών ήταν θάνατος των αιχμαλώτων. Κάποιοι στρατηγοί – ελάχιστοι στον αριθμό – πρότειναν να πουληθούν οι αιχμάλωτοι σε σκλαβοπάζαρα. Ο Βασίλειος, ωστόσο, θεώρησε πως οι ποινές αυτές δε θα παραδειγμάτιζαν τους υπόλοιπους Βούλγαρους, ενώ παράλληλα φοβόταν μήπως ο Σαμουήλ καταφέρει να ανασυνταχθεί, όπως άλλωστε είχε κάνει αρκετές φορές στο παρελθόν. Επιθυμούσε, εξάλλου, να τους τιμωρήσει όχι ως εξωτερικούς εχθρούς της Αυτοκρατορίας του, αλλά ως εσωτερικούς στασιαστές.

   Δεν τους εκτέλεσε επομένως. Διέταξε να τους χωρίσουν όμως σε ομάδες των εκατό και να τους τυφλώσουν με πυρωμένες σιδερένιες βέργες όλους αφήνοντας μόνο σε κάθε ομάδα ένα μονόφθαλμο, για να μπορέσει να οδηγήσει τους υπόλοιπους στη Βουλγαρία, και συγκεκριμένα στην Πρίλαπο, όπου είχε διαφύγει ο Σαμουήλ.

    Βουλγαρικές πηγές αναφέρουν ότι η επιστροφή των αιχμαλώτων προκάλεσε ανείπωτο πένθος στην Αχρίδα, η οποία ήταν τότε πρωτεύουσα του βουλγαρικού κράτους. Οι χιλιάδες τυφλοί αδυνατούσαν να προχωρήσουν συντεταγμένα, με αποτέλεσμα να πέφτουν κάτω και να συμπαρασύρουν τους συμπολεμιστές τους βογκώντας. Ο Σαμουήλ δεν άντεξε την ταπείνωση. Μπροστά στο θλιβερό θέαμα των τυφλωμένων στρατιωτών έπεσε αναίσθητος από καρδιακό επεισόδιο και πέθανε δυο μέρες αργότερα, στις 6 Οκτωβρίου του 1014.

    Αν και η έκταση της φρικτής αντιμετώπισης των βούλγαρων αιχμαλώτων μπορεί να έχει μεγαλοποιηθεί, το περιστατικό αυτό βοήθησε στο να δοθεί στο Βασίλειο Β’ κατά τέλη του 12ου  αι. η προσωνυμία «ο Βουλγαροκτόνος» από τον ιστορικό Νικήτα Χωνιάτη.

Η νίκη των βυζαντινών (πάνω) και ο θάνατος του Σαμουήλ (κάτω)

Η νίκη των βυζαντινών (πάνω) και ο θάνατος του Σαμουήλ (κάτω)

 

 Πηγές

– Ιστορία του Ελληνικού Έθνους εκδ. Ακαδημίας Αθηνών

– G. Ostrogorsky, Ιστορία του βυζαντινού κράτους, Ιστορικές εκδόσεις Στεφ. Βασιλόπουλου

– Στρατιωτική ιστορία, τεύχος 134

– tovima.gr

 

Καραγκιόζης

10 Νοέ.

Δύο παραστάσεις με αφορμή το κείμενο «Η πείνα του Καραγκιόζη»

Η πρώτη του Ευγένιου Σπαθάρη

Η δεύτερη του Θανάση Σπυρόπουλου

Τα τραγούδια της κατοχής

10 Νοέ.

Με αφορμή το κείμενο «Οι πιτσιρίκοι» του Δημήτρη Ψαθά

    Γερμανική κατοχή. Αθήνα. Πείνα και εξαθλίωση. Ένα μοναδικό φαινόμενο μιας ιδιότυπης αντίστασης σε όλη την κατεχόμενη από τις δυνάμεις του Άξονα Ευρώπη είναι οι πιτσιρίκοι της Αθήνας που σαλτάρουν, πηδάνε, δηλαδή, στα γερμανικά φορτηγά και αρπάζουν ό,τι μπορούν: ρεζέρβες, τρόφιμα, μπιτόνια με πετρέλαιο. Τα λάφυρα αυτά τα παίρνουν στα  σπίτια τους ή τα μοιράζουν σε οικογένειες που τα έχουν απόλυτη ανάγκη, για να επιβιώσουν.

    Το πρώτο από τα δύο τραγούδια που ακολουθούν είναι ένα ρεμπέτικο της κατοχής για τους πιτσιρικάδες-σαλταδόρους. Έχει γραφεί από το Μιχάλη Γενίτσαρη. Το βίντεο είναι απόσπασμα από την τηλεοπτική σειρά «Το μινόρε της αυγής¨

   Το επόμενο τραγούδι είναι βασισμένο σε ένα αυτοσχέδιο ποιηματάκι του κόσμου που περίμενε για ώρες ολόληρες στην ουρά τα συσσίτια του Ερυθρού Σταυρού στην κατοχή. Παρά την πολύωρη αναμονή συχνά έβγαινε στο τέλος μια χοντρή κυρία του Ερυθρού Σταυρού και έλεγε στα πεινασμένα παιδάκια «νιξ φαϊ», τέλος, δηλαδή, το φαγητό. Το τραγουδάκι αυτό συμπεριέλαβε αργότερα ο Πάνος Τζαβέλας στο δίσκο “Τραγούδια από το αντάρτικο λημέρι του Πάνου Τζαβέλα”

Πατάω ένα κουμπί και βγαίνει μια χοντρή