Αρχείο | Δεκέμβριος, 2013

Χάτσικο, η ιστορία ενός σκύλου

14 Δεκ.
Ο Χάτσικο

Ο Χάτσικο

Τον Ιανουάριο 1924, ο Χιντεσάμπουρο Ουένο, ένας καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Τόκιο, υιοθετεί ένα λευκό κουτάβι Ακίτα ηλικίας δύο περίπου μηνών που είχε γεννηθεί στην πόλη Οντάτε της Ιαπωνίας. Το κουτάβι το ονομάζει Χάτσικο (σημαίνει κυριολεκτικά: ο όγδοος ευοίωνος πρίγκηπας). Ο καθηγητής ζούσε μοναχικά στα περίχωρα του Τόκιο και μεγάλωσε τον Χάτσικο σαν πραγματικό φίλο και σύντροφο. Ήταν πραγματικά αχώριστοι και καθημερινά περπατούσαν μαζί μέχρι τον σιδηροδρομικό σταθμό της Σιμπούγια, όπου ο καθηγητής έπαιρνε το τρένο, για να πάει στο πανεπιστήμιο. Ο Χάτσικο πήγαινε κατόπιν σπίτι αλλά το απόγευμα ξαναγύριζε στον σταθμό, όπου περίμενε την επιστροφή του κυρίου του.

   Το Μάιο του 1925 ο Χάτσικο συνόδευσε, όπως πάντα, τον καθηγητή στον σταθμό του τρένου και γύρισε σπίτι. Ο καθηγητής όμως δεν εμφανίστηκε ποτέ ξανά στον σταθμό, γιατί κατά τη διάρκεια μιας διάλεξης στο πανεπιστήμιο έπαθε καρδιακή προσβολή και πέθανε. Μετά το θάνατο του αφεντικού του ο Χάτσικο δόθηκε σε άλλα σπίτια, αλλά καθημερινά δραπέτευε επιστρέφοντας στο παλιό του σπίτι. Κάθε βράδυ μάλιστα, την ίδια ώρα που περίμενε τον καθηγητή στον σταθμό, ήτανε εκεί, περιμένοντας να δει τον φίλο του να κατεβαίνει από το τρένο, για να τον συνοδεύσει σπίτι. Αυτό συνεχίστηκε για τα επόμενα δέκα χρόνια.

   Οι τακτικοί του σταθμού, οι οποίοι είχανε δει το σκύλο να περιμένει τον καθηγητή, πρόσεξαν το γεγονός ότι ακόμα και μετά το θάνατο του ήτανε εκεί καθημερινώς την ίδια ώρα. Αυτό τους συγκίνησε και αρκετοί τον φρόντιζαν φέρνοντάς του φαγητό και νερό. Το 1928, ο νέος υπεύθυνος του σταθμού συμπάθησε το σκύλο και του έφτιαξε ακόμη και χώρο σε μια από τις αποθήκες του σταθμού, ώστε να έχει ένα μέρος να κοιμάται. Ο σκύλος εξακολουθούσε να εμφανίζεται  στην πλατφόρμα του τρένου, μόνο την ώρα που ερχότανε το τρένο του καθηγητή. Τις υπόλοιπες ώρες περιφερόταν στον σταθμό, ξεκουραζόταν στην αποθήκη, ή επέστρεφε στο παλιό του σπίτι που ανήκε πλέον σε άλλον.

   Ένας από τους πρώην φοιτητές του καθηγητή Ουένο, ο οποίος ήταν ειδικός στους σκύλους Ακίτα, παρατήρησε πως ο Χάτσικο περίμενε στον σταθμό κοιτάζοντας τα τρένα, μέχρι να βγει και ο τελευταίος επιβάτης, και, ρωτώντας τους περαστικούς και τους θαμώνες του σταθμού οι οποίοι τον ταϊζαν, έμαθε για τον λόγο της αναμονής του. Λίγο καιρό μετά, δημοσίευσε μια εργασία για τα Ακίτα, τη μεγαλύτερη από τις επτά ιαπωνικές φυλές τύπου Σπίτζ, η οποία αριθμούσε τότε μόνο τριάντα καθαρόαιμα σκυλιά: ένα από αυτά ήταν και ο Χάτσικο. Ο μαθητής αυτός ερχόταν συχνά στον σταθμό για να δει το Χάτσικο και έγραψε πολυάριθμα άρθρα σε τοπικές εφημερίδες, εξυμνώντας την αφοσίωση του λευκού Ακίτα. Το 1932, ένα από αυτά τα άρθρα δημοσιεύτηκε στη μεγαλύτερη εφημερίδα του Τόκυο και η ιστορία του Χατσίκο έγινε γνωστή σε όλη την χώρα, αγγίζοντας τις καρδιές πολλών ανθρώπων. O Χάτσικο γίνεται σύντομα διάσημος. Οι Ιάπωνες εντυπωσιάστηκαν, ενώ γονείς και δάσκαλοι άρχισαν να χρησιμοποιούν το Χάτσικο ως παράδειγμα ύψιστης αφοσίωσης και πίστης στην οικογένεια.

   Τελικά, ο Χάτσικο χαρακτηρίστηκε ζωντανός θρύλος και ένας διάσημος γλύπτης φιλοτέχνησε  τον Απρίλιο του 1934 ένα μπρούτζινο άγαλμα που τον απεικονίζει καθιστό, να περιμένει το αφεντικό του. Το άγαλμα αυτό τοποθετήθηκε σε μια έξοδο του σταθμού της Σιμπούγια, ενώ στα αποκαλυπτήρια ήταν παρών και ο ίδιος ο Χάτσικο.

   Στις 8 Μαρτίου 1935, περαστικοί βρήκαν το Χάτσικο πεθαμένο σε ένα δρομάκι κοντά στον σταθμό της Σιμπούγια. Όταν το νέο του θανάτου του έγινε γνωστό, ο σταθμός και το άγαλμά του κυριολεκτικά κατακλύστηκαν από κόσμο και λουλούδια. Στο μεταξύ, το άγαλμα του 1934 καταστράφηκε κατά το Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο και το 1948 ζητήθηκε από το γιο του γλύπτη που έφτιαξε το πρώτο άγαλμα (ο οποίος είχε πια πεθάνει) να το ξαναφτιάξει.

Το άγαλμα του Χάτσικο

Το άγαλμα του Χάτσικο

   Σήμερα, στο ακριβές σημείο όπου ο Χάτσικο περίμενε τον κύριό του έχουν τοποθετηθεί τέσσερις μπρούτζινες πατούσες σκύλου και ένα κείμενο στα ιαπωνικά που αναφέρεται στην αφοσίωσή του. Η είσοδος του σταθμού της Σιμπούγια όπου βρίσκεται το άγαλμά του ονομάζεται Χάτσικο-γκούτσι  («η είσοδος του Χάτσικο») και αποτελεί δημοφιλές σημείο συνάντησης για εκατομμύρια Ιάπωνες.

   Ένα όμοιο μπρούτζινο άγαλμα τοποθετήθηκε και στο Οντάτε, γενέτειρα του Χάτσικο, αλλά και στην είσοδο του μουσείου Ακίτα της περιοχής.

   Από τότε, ο πιστός Χάτσικο αποτελεί εθνικό σύμβολο αφοσίωσης για το ιαπωνικό έθνος. Κάθε χρόνο στις 8 Απριλίου πραγματοποιείται μια σεμνή τελετή στο σταθμό της Σιμπούγια και εκατοντάδες Ιάπωνες έρχονται για να τιμήσουν τη μνήμη του και τη θρυλική αφοσίωση που έδειξε σε όλη του τη ζωή.

   Παράλληλα, η ιστορία του έγινε η αιτία της αναθέρμανσης του ενδιαφέροντος των Ιαπώνων για τους σκύλους Ακίτα, τους οποίους περιγράφουν ως «θαρραλέους σαν σαμουράι αλλά συνάμα τρυφερούς σαν γατάκια, με μεταξένια καρδιά αλλά και αλύγιστους σαν ατσάλι».

   Σήμερα τα όργανα του Χάτσικο διατηρούνται στη φορμόλη στο ερευνητικό κέντρο του Πανεπιστημίου του Τόκιο  και ο ίδιος βρίσκεται βαλσαμωμένος στο Μουσείο Φυσικών επιστημών στο Τόκυο.

Ο Χάτσικο βαλσαμωμένος σήμερα στο μουσείο

Η ταινία

Σκηνή από την ταινία με το Ρίτσαρντ Γκιρ

Σκηνή από την ταινία με το Ρίτσαρντ Γκιρ

Η ιστορία του Χάτσικο μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο το 2009 με τον τίτλο Hachiko: A Dog’s Story (Χάτσικο: Η ιστορία ενός σκύλου) στην οποία, εκτός από τον «Χάτσικο» πρωταγωνιστεί ο Ρίτσαρτν Γκιρ στο ρόλο του καθηγητή. Η ταινία όμως δεν καταγράφει πιστά την ιστορία του Χάτσικο στην Ιαπωνία αλλά εκτυλίσσεται στις ΗΠΑ στη σημερινή εποχή. Ταινία με θέμα την ιστορία του Χάτσικο γυρίστηκε για πρώτη φορά στην Ιαπωνία το 1987 με τίτλο «Ηachiko Monogatori»

Και μια γεύση από την ταινία…..

Πηγές
katoikidio.gr
lifo.gr
el.wikipedeia.org
Advertisements

ΥΓΡΟ ΠΥΡ

8 Δεκ.
Η εκτόξευση του υγρού πυρός σε σχέδιο του Χρήστου Γιαννόπουλου

Η εκτόξευση του υγρού πυρός σε σχέδιο του Χρήστου Γιαννόπουλου

Το υγρό πυρ ήταν ένα εμπρηστικό όπλο και, παράλληλα, μεγάλο κρατικό μυστικό της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Οι Λατίνοι το ονόμαζαν ignis graecus, ενώ πλέον στο δυτικό κόσμο χρησιμοποιείται ο όρος Greek fire. Εφευρέθηκε γύρω στα 672 μ.Χ. από το μηχανικό Καλλίνικο, που είχε φτάσει στην Κωνσταντινούπολη από την Ηλιόπολη της Συρίας. Σύμφωνα, όμως, με μια εξαιρετικά δημοφιλή παράδοση, το μυστικό της σύνθεσης του υγρού πυρός το έλαβε ο ίδιος ο Μέγας Κωνσταντίνος από έναν άγγελο. Χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά την ίδια χρονιά κατά του αραβικού στόλου που ήρθε εναντίον της ίδιας της Κωνσταντινούπολης. Το υγρό πυρ κατέκαψε τα εχθρικά πλοία και απέτρεψε τον αραβικό κίνδυνο. Τα ίδια αποτελέσματα είχε και στη δεύτερη αραβική επίθεση το 717 εναντίον της Βασιλεύουσας. Έκτοτε χρησιμοποιήθηκε και σε ναυμαχίες με τους Άραβες, στις συγκρούσεις εναντίον στασιαστών (π.χ. του Θωμά του Σλάβου το 821–823), αλλά και για να αποτραπούν οι επιθέσεις των Ρως εναντίον της Αυτοκρατορίας. Το υγρό πυρ συνέχισε να αναφέρεται στις πηγές έως και τον 12ο αιώνα Από το σημείο όμως αυτό και μετά, μάλλον εγκαταλείφθηκε, είτε επειδή χάθηκε το μυστικό της σύστασής του, είτε –πιθανότερα – επειδή το Βυζάντιο είχε χάσει την επαφή του με τις περιοχές (τον Καύκασο και τις ανατολικές ακτές του Εύξεινου) από τις οποίες αντλούσε τις πρώτες ύλες για την παρασκευή του.

Παραγωγή και χρήση: Τα συστατικά, η διαδικασία παραγωγής αλλά και εξαπόλυσης του υγρού πυρός ήταν άκρως απόρρητα μυστικά. Η μυστικότητα που το περιέβαλλε ήταν τόση, που η σύνθεση του υγρού πυρός χάθηκε, και από τότε αποτελεί αντικείμενο διαφόρων εικασιών. Μάλλον επρόκειτο για ένα ολοκληρωμένο οπλικό σύστημα αποτελούμενο από διάφορα επιμέρους κομμάτια. Πέρα από την εμπρηστική ουσία, χρειαζόταν μια συσκευή που θέρμαινε και έθετε σε πίεση την ουσία, αλλά και ένας σίφωνας (σωλήνας) που την εξαπέλυε. Το στόμιο του σίφωνα, που τοποθετούταν στην πλώρη ή στην πρύμνη του καραβιού, είχε συνήθως τη μορφή λιονταριού ή αγριογούρουνου. Οι χειριστές του συστήματος ονομάζονταν σιφωνάριοι και λάμβαναν ειδική εκπαίδευση πιθανόν ενός μόνο εξαρτήματος και όχι ολόκληρου του συστήματος, ώστε, αν κάποιος έπεφτε στα χέρια του εχθρού, να μη διαρρεύσει το μυστικό.

Ένα σχέδιο που απεικονίζει στο σύνολό του το οπλικό σύστημα εκτόξευσης του υγρού πυρός

Ένα σχέδιο που απεικονίζει στο σύνολό του το οπλικό σύστημα εκτόξευσης του υγρού πυρός

Σήμερα, πληροφορίες αρκετές για το υγρό πυρ δεν υπάρχουν. Υποθέτουμε, βέβαια, αν λάβουμε υπόψη και το όνομα, ότι λογικά επρόκειτο για υγρό και όχι ένα είδος βλήματος. Το μόνο που γνωρίζουμε σίγουρα από μαρτυρίες είναι ότι η ουσία αυτή, ακόμη κι αν έπεφτε στο νερό, συνέχιζε να καίει. Μάλιστα η εκτόξευσή της συνοδευόταν από ένα πολύ ισχυρό θόρυβο και καπνό. Οι βυζαντινοί συνήθιζαν να το εκτοξεύουν από καταπέλτες, κυρίως όμως από πεπιεσμένους σίφωνες. Χρησιμοποιούσαν, επίσης, κεραμικά δοχεία και βομβίδες γεμισμένες με υγρό πυρ, τους «χειροσίφωνες».

Χειροβομβίδες τις οποίες γέμιζαν με υγρό πυρ (10ος-12ος αι.)

Χειροβομβίδες τις οποίες γέμιζαν με υγρό πυρ (10ος-12ος αι.)

Η σύστασή του δεν είναι γνωστή, καθώς από την πρώτη στιγμή περιβαλλόταν με άκρα μυστικότητα. Σήμερα έχουν διατυπωθεί διάφορες θεωρίες για τη σύστασή του: Σύμφωνα με μια πρώτη θεωρία, η οποία έχει εγκαταλειφθεί, βασικό συστατικό του ήταν το νιτρικό κάλιο, δηλαδή το υγρό πυρ ήταν μια πρώιμη μορφή πυρίτιδας. Η θεωρία αυτή βασίστηκε στο θόρυβο που συνόδευε την εκτόξευσή του. Σύμφωνα με άλλες θεωρίες, οι οποίες κι αυτές μάλλον δεν ευσταθούν, το υγρό πυρ βασιζόταν σ’ ένα μίγμα με βάση την άσβεστο ή το φωσφορούχο ασβέστιο, αν λάβουμε υπόψη ότι δεν έσβηνε στο νερό. Σήμερα, η επικρατέστερη θεωρία είναι αυτή σύμφωνα με την οποία το υγρό πυρ είχε ως κύριο συστατικό το πετρέλαιο, στο οποίο άλλωστε οι Βυζαντινοί είχαν πρόσβαση από τις φυσικές του πηγές στη Μέση Ανατολή ή στις ανατολικές ακτές του Πόντου. Πιθανότατα μάλιστα πρόσθεταν και διάφορες ρητίνες, προκειμένου ν’ αυξήσουν και τη διάρκεια και την ένταση της καύσης. Το βέβαιο, πάντως, είναι ότι το υγρό πυρ μπορούσε να σβήσει με άμμο ή με ξύδι.

Υγρό πύρ

Απεικόνιση χρήσης του υγρού πυρός στο χειρόγραφο Σκυλίτζη, που βρίσκεται σήμερα στη Μαδρίτη

Στον ακόλουθο σύνδεσμο θα δείτε μια προσπάθεια αναπαράστασης της παραγωγής και της εκτόξευσης του «υγρού πυρός»:

http://channel.nationalgeographic.com/channel/the-link/videos/greek-fire/