Αρχείο | Ιανουαρίου, 2014

Τα άλογα του Αγίου Μάρκου

25 Ιαν.

Άγιος Μάρκος

Η εκκλησία του Αγίου Μάρκου στη Βενετία

     «..Έβλεπε κανείς όχι μόνον τις ιερές εικόνες του Χριστού να θραύονται με αξίνες και να ρίπτονται στο χώμα και τα στολίδια τους να αποσπώνται χωρίς φειδώ και προσοχή και να ρίχνονται στη φωτιά, αλλά και τα σεπτά και πανάγια σκεύη να αρπάζονται με θράσος από τους ναούς, να ρίχνονται στη φωτιά και να παρέχονται στα εχθρικά στρατεύματα ως απλός άργυρος και χρυσός».

     Αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων της λεηλασίας της Κωνσταντινούπολης κατά την άλωσή της από τους Σταυροφόρους το 1204, ο Νικήτας Χωνιάτης, ιστορικός, περιγράφει με λεπτομέρεια τις δραματικές σκηνές της απογύμνωσης της Βασιλεύουσας από τους θησαυρούς της. Ήταν 13η Απριλίου του 1204, όταν Φράγκοι και Φλαμανδοί στην πλειονότητά τους, αλλά και Γερμανοί, Λομβαρδοί, Tοσκάνoι και φυσικά Βενετοί, που αποτελούσαν το σώμα της Δ΄ Σταυροφορίας, καταλάμβαναν και λεηλατούσαν την Κωνσταντινούπολη, στο όνομα του Πάπα Ιννοκέντιου Γ΄ και σε παρέκκλιση της πορείας τους προς τους Αγίους Τόπους, επωφελούμενοι από τις εσωτερικές διαμάχες στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία.

     Η Αγία Τράπεζα της Αγίας Σοφίας τεμαχίστηκε και μοιράστηκε στους λαφυραγωγούς, ενώ τα χρυσά έπιπλα και οι αργυρές λυχνίες της εκκλησίας μετατράπηκαν σε άμορφη μάζα από τη φωτιά. Το ίδιο συνέβη και με τα γλυπτά συμπλέγματα του Ιπποδρόμου. Τα μόνα που διασώθηκαν από τη φωτιά ήταν τα τέσσερα επιχρυσωμένα άλογα του Ιπποδρόμου της Κωνσταντινούπολης, τμήμα του μεριδίου από τα λάφυρα που έλαβαν οι Βενετοί και κοσμούν σήμερα την εκκλησία του Αγίου Μάρκου.

 

Τα χρυσοχάλκινα άλογα

Τα χρυσοχάλκινα άλογα όπως σώζονται σήμερα

Πώς βρέθηκαν τα άλογα στον Ιππόδρομο της Πόλης

     Τα άλογα αυτά έσερναν ένα τέθριππο άρμα (άρμα δηλαδή με τέσσερα άλογα). Σήμερα υπάρχουν διάφορες ερμηνείες σχετικά με την προέλευσή τους. 

     Πολλοί μελετητές θεωρούν ότι πρόκειται  για τέθριππο του Ηλίου του γλύπτη Λυσίππου, το οποίο οι Ρόδιοι είχαν αναθέσει στους Δελφούς για τη νίκη τους επί του Δημητρίου Πολιορκητού το 305 π.X.  Κατόπιν ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Νέρωνας λαφυραγώγησε 500 αγάλματα από τους Δελφούς θυμωμένος για το χρησμό του μαντείου που τον κατηγορούσε για τις πράξεις του. Μεταξύ αυτών ήταν πιθανώς και το συγκεκριμένο τέθριππο. Μεταφέρθηκε και στήθηκε στη Ρώμη, στον Καπιτωλίνο λόφο (το 62 μ.Χ.) επάνω σε μια αψίδα. Αργότερα μεταφέρθηκε και κόσμησε την αψίδα του Τραϊανού, όπου και παρέμεινε εκεί μέχρι που ο Μέγας Κωνσταντίνος το μετέφερε μαζί με εκατοντάδες άλλα αγάλματα από διάφορες πόλεις για να στολίσει τη νέα του πρωτεύουσα, την Κωνσταντινούπολη (το 330 μ.Χ.) και ιδίως τον ιππόδρομο, που ως μοναδικός τόπος συνάντησης του αυτοκράτορα με το λαό έπρεπε να είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακός.

     Σύμφωνα με άλλη ερμηνεία, τα άλογα αυτά μετέφερε ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος ο Α’ από τη Χίο στον Ιππόδρομο κατά το α΄ μισό του 5ου αι. π.Χ.

 

Η διαδρομή τους μετά την άλωση του 1204

     Το συγκεκριμένο τέθριππο παρέμεινε, λοιπόν, στον ιππόδρομο της Κωνσταντινούπολης μέχρι τη Δ’ Σταυροφορία. Οι Σταυροφόροι μετά την κατάληψη της πόλης λεηλάτησαν τη Βασιλεύουσα και μετέφεραν το τέθριππο στη Βενετία. Οι Βενετοί, για να καλλιεργήσουν το μύθο ότι ήταν οι κληρονόμοι της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και οι συνεχιστές της Χριστιανοσύνης, τοποθέτησαν το 1254 τα τέσσερα άλογα πάνω από την περίστηλη μεγάλη στοά της κεντρικής πύλης της Βασιλικής του Αγίου Μάρκου.

     Εκεί παρέμειναν μέχρι που ο Μέγας Ναπολέων (το 1797) κατέλαβε τη Βενετία και μετέφερε τα άλογα στο Παρίσι. Υπήρξε όμως κατακραυγή και τελικώς μετά την πτώση του Ναπολέοντα τα άλογα επέστρεψαν στη Βενετία. Το 1980 εξαιτίας του κινδύνου φθοράς τους από τη μόλυνση και την υγρασία τα άλογα μεταφέρθηκαν στο Μουσείο και στη θέση τους τοποθετήθηκαν αντίγραφα.

Κι ένα βίντεο σχετικό με τις θεωρίες προέλευσης των αλόγων του Αγίου Μάρκου….

Πηγές

Γ. Σιγάλας, scrib.com

Μ. Θέρου, εφημ. Το βήμα

Ιστορία Ε’ Δημοτικού, εκδ. ΟΕΔΒ

Οδυσσέας και Ναυσικά

19 Ιαν.

Lastman_Odysseus_and_Nausicaä

Ο Πίτερ Λάστμαν (Pieter Pietersz. Lastman 1583-1633) ήταν Ολλανδός ζωγράφος, γνωστός κυρίως για τους ιστορικούς πίνακες που φιλοτέχνησε, αλλά και ως δάσκαλος του Ρέμπραντ. Υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους ιστορικούς ζωγράφους του 17ου αιώνα στην Ολλανδία, πριν από την καθιέρωση του μαθητή του, ενώ η φήμη του εξαπλώθηκε και εκτός των συνόρων της χώρας του, αναλαμβάνοντας παραγγελίες για το βασιλιά της Δανίας. Στα σπουδαιότερα έργα του ανήκει ο πίνακας Οδυσσέας και Ναυσικά του 1619, ο οποίος βρίσκεται σήμερα στην πινακοθήκη του Μονάχου.

Το έργο απεικονίζει τη Ναυσικά πάνω σε ανοιχτή άμαξα συνοδευόμενη από υπηρέτριες, οι οποίες της κρατάνε την ομπρέλα για να παραμένει στη σκιά ή κάνουν το πλύσιμο των ρούχων. Μπροστά είναι στρωμένο ένα υπαίθριο γεύμα με καλάθια γεμάτα με φρούτα και φαγώσιμα. Ο Οδυσσέας παρουσίαζεται ξαφνικά γονατιστός. Είναι γυμνός με ελάχιστα φύλλα που καλύπτουν τα επίμαχα σημεία στο σώμα του. Οι γυναίκες φαίνονται τρομαγμένες και ξαφνιασμένες από τον απρόσμενο επισκέπτη. Χαρακτηριστική είναι η σκηνή από την Οδύσσεια σε μετάφραση Δ. Μαρωνίτη:

[…] από τα θάμνα του αναδύθηκε θείος ο Οδυσσέας, χώνει
το στιβαρό του χέρι σε σύδεντρο πυκνό και σπάζει
ένα κλαδί με φύλλα, τη γύμνια του να προστατέψει στ’ αντρικά του μέρη.
Και κίνησε σαν το περήφανο λιοντάρι που περιφέρεται στα όρη,
το δέρνει ο άνεμος και το μουσκεύει η μπόρα […]
παρόμοιος έμελλε κι ο Οδυσσέας να σμίξει με κόρες καλλιπλόκαμες,
έτσι όπως ήτανε γυμνός […]
Όμως τους φάνηκε φριχτός, απ’ την αλμύρα φαγωμένος.
σκόρπισαν τότε πανικόβλητες, εδώ η μια
η άλλη αλλού, γυρεύοντας πού να κρυφτούν στα υψώματα της όχθης.
Μόνον του Αλκίνοου η θυγατέρα παραμένει ακίνητη
(ζ 160-164, 168-173)

Το Σχίσμα του 1054 μ.Χ.

17 Ιαν.

     sxkoΤο 1054 μ.Χ. υπήρξε μια χρονολογία-σταθμός για το χριστιανικό κόσμο, που χωρίστηκε πλέον με αλληλοαφορισμούς σε ανατολικό και δυτικό και παραμένει έκτοτε διαιρεμένος. Ήταν η χρονιά του Γ’ Σχίσματος. Βασική αιτία η εξουσία, τα πρωτεία. Διανθίστηκε βέβαια με επιμέρους διαφορές θεολογικές και λατρευτικές, όπως το filioque και τα άζυμα

     Πολλούς αιώνες ήδη πριν από το Σχίσμα είχαν προκύψει ορισμένες διαφορές ανάμεσά τους, που σταδιακά οδήγησαν στην αποξένωση. Αφορούσαν στον τρόπο της εκκλησιαστικής διοίκησης (Συνοδικό σύστημα στην Ανατολή, μονοκρατορία του Πάπα στη Δύση), τον τρόπο ερμηνείας της Παράδοσης (Filioque) και κυρίως τον τρόπο τέλεσης της Λατρείας (Εικονομαχία, διαφορές στη νηστεία και την τέλεση των μυστηρίων, χρήση αγαλμάτων στους ναούς της Δύσης, υποχρεωτική αγαμία για όλο τον κλήρο στη Δύση κ.ά).

     Ωστόσο, η επιδείνωση των σχέσεων της Ορθόδοξης Ανατολής και της Λατινική Δύσης επιταχύνθηκε από τις γενικότερες πολιτικές εξελίξεις, που σημειώθηκαν κυρίως τον 8ο αιώνα. Συγκεκριμένα, η Ρώμη, που μέχρι τότε ήταν τμήμα του Βυζαντινού Κόσμου, περνούσε προοδευτικά στην επιρροή των Φράγκων, ιδιαίτερα από την εποχή του Καρλομάγνου. Από την περίοδο εκείνη υπήρχαν όλες οι προϋποθέσεις για το λεγόμενο Μεγάλο Σχίσμα και έλειπαν μόνο οι αφορμές που δεν άργησαν να έλθουν.

    Ήδη, βέβαια, πριν από το μεγάλο Σχίσμα του 1054, αν ανατρέξει κανείς στην ιστορία, θα βρει το Α’ Σχίσμα στον 5ο αιώνα και το Β’ στον 9ο, επί Φώτιου.

    Τα δύο μεγάλα «αγκάθια» που οδήγησαν στο Σχίσμα του 1054 ήταν οι Παπικές Αξιώσεις και το Filioque. Οι Παπικές Αξιώσεις συνοψίζονται στο Πρωτείο του Ποντίφικα, έναντι των άλλων τεσσάρων Πατριαρχών της Ανατολής (Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας Αντιοχείας και Ιεροσολύμων). Στη Δύση υπήρχε μόνο μία μεγάλη επισκοπική έδρα που προέβαλε το προνόμιο της ίδρυσής της από τον Απόστολο Πέτρο. Η Ορθόδοξη Ανατολή δεν αρνείται το Πρωτείο της Εκκλησίας της Ρώμης, αλλά το εντάσσει στο πλαίσιο της Συνοδικότητας.

     Η άλλη μεγάλη δυσκολία ήταν το Filioque. H διαμάχη είχε σχέση με τη διατύπωση του Συμβόλου της Πίστεως («Πιστεύω») για το Άγιο Πνεύμα. Το επίμαχο σημείο, όπως διαμορφώθηκε από τις Συνόδους Νικαίας και Κωνσταντινουπόλεως και ισχύει έως σήμερα στην Ορθόδοξη Εκκλησίας, είχε ως εξής: «…και εις το πνεύμα το Άγιον, το Κύριον, το Ζωοποιόν, το εκ του Πατρός εκπορευόμενον, το συν Πατρί και Υιώ συμπροσκυνούμενον…». Η Δυτική Εκκλησία παρενέβαλε μια πρόσθετη φράση «Και εκ του Υιού» (Filioque στα Λατινικά), έτσι ώστε το Σύμβολο της Πίστεως να διαβάζεται στο συγκεκριμένο σημείο: «…και εις το πνεύμα το Άγιον, το Κύριον, το Ζωοποιόν, το εκ του Πατρός και εκ του Υιού εκπορευόμενον, το συν Πατρί και Υιώ συτλμπροσκυνούμενον …».

      Οι Ορθόδοξοι αποκρούουν την προσθήκη του Filioque για δύο λόγους. Τη θεωρούν θεολογικό λάθος και υποστηρίζουν ότι η όποια αλλαγή στο Σύμβολο της Πίστεως θα πρέπει να γίνει μόνο με τη σύγκληση Οικουμενικής Συνόδου

     Η κατάσταση έφθασε στα άκρα και στη ρήξη επί πατριαρχίας του Μιχαήλ Κηρουλάριου (1043-1059), ο οποίος θέλησε να αντιμετωπίσει αποφασιστικά την προσπάθεια του Πάπα Λέοντος Θ’ (1049-1054) να επιβάλλει εκκλησιαστικές καινοτομίες στις βυζαντινές επαρχίες της Νότιας Ιταλίας. Ο Πάπας, περνώντας στην αντεπίθεση, αμφισβήτησε τον τίτλο του Οικουμενικού Πατριάρχη και ζήτησε να υπαχθούν στη δικαιοδοσία του οι Εκκλησίες της Βουλγαρίας και της Ιλλυρίας (σημερινής Αλβανίας).

      Το επόμενο βήμα ήταν ο αφορισμός του Πατριάρχη από τον Πάπα. Ο απεσταλμένος του Πάπα στην Κωνσταντινούπολη καρδινάλιος Ουμβέρτος επέθεσε επιδεικτικά τη Βούλα Αφορισμού στην Αγία Τράπεζα της Αγίας Σοφίας στις 16 Ιουλίου 1054, πριν από την έναρξη της Θείας Λειτουργίας, παρόντων του Αυτοκράτορα και του Πατριάρχη. Αμέσως μετά ο Ουμβέρτος και η ακολουθία του αναχώρησαν από την Κωνσταντινούπολη με προορισμό τη Ρώμη. Καθώς περνούσαν από τη δυτική πύλη της Βασιλεύουσας, ο καρδινάλιος ακούστηκε να λέει «Ο Θεός ας δει και ας κρίνει». Μάταια ένας διάκονος έτρεξε πίσω του παρακαλώντας τον να πάρει πίσω το έγγραφο του Αφορισμού. Ο Ουμβέρτος αρνήθηκε και πέταξε το έγγραφο στο δρόμο.

     Ύστερα από αυτό το γεγονός αποχώρησε αμέσως από την Κωνσταντινούπολη χωρίς να δώσει περαιτέρω εξηγήσεις της πράξης του και στην επιστροφή του στην Ιταλία παρουσίασε το γεγονός ως μια μεγάλη νίκη της Ρώμης.

     Στο σημείο αυτό σημειώνεται η επισήμανση πολλών ιστορικών ότι ο Πατριάρχης Μιχαήλ θα μπορούσε να επικαλεστεί την αντικανονικότητα της παπικής αυτής Βούλας, αφού ο Πάπας στο μεταξύ είχε πεθάνει πριν προκύψει το θέμα, αντίθετα όμως, εκείνος προέβη σε ενέργειες που όξυναν ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Και μια μέρα ύστερα από την κατάθεση του κειμένου στην Αγία Τράπεζα ο Πατριάρχης συγκαλεί την Σύνοδο. Εκεί, παρά τις επιφυλάξεις του Αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Θ’ του Μονομάχου, ανταφόρισε όσους Παπικούς είχαν συντάξει τον αφορισμό ή συμφωνούσαν με το περιεχόμενό του. Επί πλέον ζήτησε από τους υπόλοιπους Πατριάρχες να αποδεχθούν την απόφαση αυτή της Συνόδου. Έτσι, οριστικοποιήθηκε το Μεγάλο Σχίσμα Ανατολικής και Δυτικής Χριστιανοσύνης, το οποίο επισφραγίστηκε με την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους (1204).

     Μέχρι την Άλωση της Πόλης από τους Οθωμανούς Τούρκους (1453) έγιναν βέβαια κάποιες προσπάθειες για την επανένωση των Εκκλησιών. Προσέκρουσαν, όμως, στις αξιώσεις του Πάπα και στο ανθενωτικό κλίμα που επικρατούσε στο Βυζάντιο.

    Μίσος, αλληλοϋπονόμευση και καχυποψία διέκριναν έκτοτε τις σχέσεις των χριστιανών στους δύο κόσμους. Στις 7 Δεκεμβρίου του 1965 ο Πάπας Παύλος ΣΤ’ και ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας ανακάλεσαν τους αφορισμούς του Πάπα Λέοντα Θ’ και του Πατριάρχη Μιχαήλ Κηρουλάριου, με τους οποίους είχε επέλθει η ρήξη του 1054. Ωστόσο, η προσπάθειά τους δεν ευοδώθηκε και το μεγάλο Σχίσμα παραμένει.

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας και ο Πάπας Παύλος ΣΤ΄ ανακάλεσαν τους αφορισμούς το 1965

Ο Πατριάρχης Αθηναγόρας και ο Πάπας Παύλος ΣΤ΄ το 1965

Πηγές

http://www.sansimera.gr

el.wikipedia.org

περ. Ιστορικά, εφημ. Ελευθεροτυπίας τεύχος 132

 

Ο δρόμος για τον παράδεισο είναι μακρύς

12 Ιαν.
Το εξώφυλλο του βιβλίου

Το εξώφυλλο του βιβλίου

«Ο δρόμος για τον παράδεισο είναι μακρύς» της Μαρούλας Κλιάφα είναι ένα επιστολικό μυθιστόρημα που κυκλοφόρησε το 2003 από τις εκδόσεις Κέδρος.  

Ως είδος, το επιστολικό μυθιστόρημα, παρότι κατέχει εξέχουσα θέση στη λογοτεχνική παραγωγή του 18ου αι., εξακολουθεί να συγκινεί τους αναγνώστες ακόμη και σήμερα. Πρόκειται για ένα είδος που δίνει την ευκαιρία για ανταλλαγή εμπειριών και απόψεων, προσφέρει αμεσότητα και δίνει στην υπόθεση μια ρεαλιστική βάση.

 

 Η υπόθεση του έργου

     Κεντρικές ηρωίδες του βιβλίου είναι δύο δεκαπεντάχρονα κορίτσια, η Ελένη, ελληνικής καταγωγής, και η Βερόνικα, αλβανικής καταγωγής. Μια αγγελία για αλληλογραφία σε ένα περιοδικό γίνεται η αφορμή για τη δημιουργία μιας ζεστής φιλίας ανάμεσα στα δύο κορίτσια που ανήκουν σε δυο διαφορετικούς κόσμους: τη Βερόνικα, που έρχεται στα Τρίκαλα από την Αλβανία κουβαλώντας τις τραυματικές εμπειρίες του ξεριζωμού, και την Ελένη, κόρη αστικής αθηναϊκής οικογένειας, που κανένα πρόβλημα δε φαίνεται να σκιάζει τη ζωής της.

      Επί οχτώ ολόκληρους μήνες οι δυο φίλες αλληλογραφούν και εκμυστηρεύονται η μία στην άλλη τις ενδόμυχες σκέψεις και τα όνειρά τους. Περιγράφουν με χιούμορ τη ζωή τους στο σχολείο, σχολιάζουν τα όσα παράλογα συμβαίνουν γύρω τους, ερωτεύονται, απογοητεύονται, αλλά και ελπίζουν. Κι ενώ η Βερόνικα εκμυστηρεύεται στη φίλη της τα προβλήματα που βιώνει λόγω της καταγωγής της, η Ελένη της δίνει την εικόνα ενός όμορφου κοριτσιού με πολλές ανέσεις και κατακτήσεις.

     Η εικόνα αυτή ανατρέπεται όταν η Ελένη γράφει στη φίλη της ότι θα συμμετείχε στους πανελλήνιους σχολικούς αγώνες μπάσκετ, το οποίο και λάτρευε.  Η Βερόνικα  αποφασίζει να της κάνει έκπληξη και να πάει να τη δει στο Βόλο, ώστε να γνωριστούν επιτέλους από κοντά. Για κακή της τύχη, όμως, η Βερόνικα συναντά εκεί μια φίλη της Ελένης, τη Μάρθα, η οποία της εξηγεί ότι η Ελένη έχει χάσει τον πατέρα της σε δυστύχημα, εξαιτίας του οποίου και η ίδια έχει μείνει ανάπηρη και κλεισμένη στον εαυτό της. Η Βερόνικα μένει άναυδη. Όταν ρωτάει την Ελένη, το παραδέχεται και λέει ότι δεν ήθελε να πει ψέματα, απλώς ο ψυχολόγος τής είπε ότι είναι καλό να μιλήσει με ένα άλλο κορίτσι και να παρουσιάσει τον εαυτό της όπως αυτή ήθελε. Κι ενώ αρχικά η Βερόνικα παρεξηγείται, στο τέλος αντιλαμβάνεται την καταθλιπτική ζωή της Ελένης, τη συγχωρεί, ενώ και η ίδια ζητάει συγνώμη για τον εγωιστικό χαρακτήρα της, υποσχόμενη ότι θα συνεχίσει να ακούει την παραμυθένια ιστορία τής φίλης της.

Η συγγραφέας

μαρούΗ Μαρούλα Κλιάφα γεννήθηκε τον Μάρτιο του 1937 στα Τρίκαλα, όπου και κατοικεί μόνιμα. Έχει σπουδάσει δημοσιογραφία, είναι παντρεμένη με τον Κώστα Κλιάφα και έχουν δύο παιδιά. Από το 1972 ασχολείται με τη λογοτεχνία, τη μελέτη της τοπικής ιστορίας, τη συλλογή λαϊκών παραμυθιών και θρύλων και τη συλλογή παλαιών φωτογραφιών. Τα μυθιστορήματά της για εφήβους έχουν κάνει πολλές επανεκδόσεις, ένα βιβλίο της έχει μεταφραστεί στα ρωσικά και ένα στα γερμανικά, ενώ αποσπάσματα των έργων της έχουν συμπεριληφθεί σε σχολικά βιβλία του δημοτικού σχολείου και στα Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας του γυμνασίου. Τα μυθιστορήματά της Άγρια παιχνίδια και Μια μπαλάντα για τη Ρεβέκκα ήταν υποψήφια για το Βραβείο Νεανικού Λογοτεχνικού Βιβλίου του περιοδικού Διαβάζω και το Μια μπαλάντα για τη Ρεβέκκα για το Κρατικό Βραβείο του 2011.