Αρχείο | Μαΐου, 2014

Μύθοι και αλήθειες για την ελληνική γλώσσα

29 Μάι.

Ένα σύντομο βίντεο με γνωστούς μύθους για την ελληνική γλώσσα από μια διάλεξη του Ν. Σαραντάκου:

 

Ο ΤΥΡΑΝΝΟΣ ΠΟΛΥΚΡΑΤΗΣ

24 Μάι.

    Ο Πολυκράτης ήταν σάμιος αριστοκράτης, γιός του Αιάκη. Υπήρξε τύραννος της Σάμου πιθανόν από το 538 π.Χ. ως το 522 π.Χ. Προτού να γίνει τύραννος, είχε οργανώσει στη Σάμο μια κερδοσκοπική επιχείρηση ενοικίασης πολυτελών στρωμάτων και ποτηριών για συμπόσια και δεξιώσεις. Όταν αποφάσισε να καταλάβει την εξουσία, οργάνωσε μια «εταιρεία» με τη βοήθεια των δύο αδελφών του, του Παντάγνωτου και του Συλοσώντα, και τη στήριξη λίγων πολιτών τους οποίους είχε κερδίσει με τις γενναιοδωρίες του.

Ο Πολυκράτης στο πολυτελέστατο ανάκτορό του

Ο Πολυκράτης στο πολυτελέστατο ανάκτορό του

 

Η κατάληψη της εξουσίας και η εδραίωση σ’ αυτή
Η ευκαιρία για την κατάληψη της εξουσίας τού δόθηκε σε μια γιορτή της Ήρας. Τη στιγμή που οι πολίτες κατέθεταν τα όπλα τους, σύμφωνα με τη συνήθεια, στον ιερό χώρο της Ήρας, ο Πολυκράτης και οι οπαδοί του επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά και κατέλαβαν την αφρούρητη πόλη. Επειδή μάλιστα ο Πολυκρτάτης αρχικά δεν είχε αρκετούς υποστηρικτές, ζήτησε και τη βοήθεια του τύραννου της Νάξου Λύγδαμη.
Για μερικά χρόνια μοιράστηκε την εξουσία με τα δύο αδέλφια του, πιθανόν ως το 532 π.Χ. Ο Πολυκράτης κράτησε την Αστυπάλαια, την αρχαία δηλαδή πόλη της Σάμου και τον κάμπο της Χώρας στο νοτιοανατολικό τμήμα του νησιού. Ο Παντάγνωτος πήρε τη Χησία, από το Μυτιληνιό ρέμα και πέρα ανατολικά, και ο Συλοσώντας το δυτικό τμήμα του νησιού, την Αισχριονία.
Ύστερα, όμως, από λίγο καιρό, ο Πολυκράτης, υποψιαζόμενος πιθανώς σχέδια σφετερισμού της εξουσίας του από τα δύο του αδέλφια, σκότωσε κατά τη διάρκεια μιας φιλονικίας τον αδελφό του Παντάγνωτο, εξόρισε το Συλοσώντα και έγινε ο μόνος τύραννος του νησιού, γύρω στο 538 π.X.

Σύγχρονος χάρτης της Σάμου

Σύγχρονος χάρτης της Σάμου

Μέτρα κατά των αριστοκρατών
Αμέσως μετά την εξουδετέρωση των αδελφών του, έλαβε μια σειρά από μέτρα με σκοπό την εδραίωση της εξουσίας του: εξόρισε τους πιο επικίνδυνους γεωμόρους, αριστοκράτες δηλαδή που υποστήριζαν την εγκαθίδρυση ολιγαρχικού πολιτεύματος, και επέβαλε δυσβάσταχτους φόρους στους υπόλοιπους. Οι φόροι αυτοί αφενός μεν εμπόδιζαν τους αριστοκράτες να χρηματοδοτούν στασιαστικές κινήσεις εναντίον του Πολυκράτη, αφετέρου δε παρείχαν στον τύραννο τους πόρους εκείνους για τα μεγάλα δημόσια έργα που οραματιζόταν. Η δυσαρέσκεια ανάμεσα στους σάμιους αριστοκράτες ήταν τόσο μεγάλη, ώστε πολλοί αναγκάστηκαν να εκγαταλείψουν το νησί και να ιδρύσουν αποικία στην Κάτω Ιταλία, τη Δικαιοάρχεια. Μεταξύ αυτών ήταν και ο φιλόσοφος Πυθαγόρας. Επίσης ο Πολυκράτης, για να αποφύγει τον κίνδυνο των εναντίον του συνωμοσιών, απαγόρευσε κάθε είδους συναθροίσεις πολιτών, ακόμη και στις παλαίστρες. Παράλληλα δε δίσταζε να προχωράει σε φυλακίσεις, εξορίες και βασανιστήρια των πολιτικών του αντιπάλων. Μάλιστα αυτούς από τους αντιπάλους του που τους θεωρούσε πιο επικίνδυνους τους έστελνε σε δύσκολες εκστρατείες, με την ελπίδα να σκοτωθούν.

Μέτρα υπέρ των λαϊκών στρωμάτων
Από την άλλη όμως ο Πολυκράτης πρόσφερε εργασία στις κατώτερες κοινωνικές τάξεις αφενός μεν με τον πολυάριθμο στόλο του, ο οποίος χρειαζόταν ναυπηγούς, ναύτες, κωπηλάτες και μάχιμο πλήρωμα, αφετέρου δε με τα περίφημα δημόσια έργα του.
Ένα άλλο ιδιαίτερα φιλολαϊκό μέτρο που έλαβε ήταν η υποχρέωση των πλούσιων αριστοκρατών να συντηρούν τις μητέρες όσων έχασαν τη ζωή τους σε πολεμικές επιχειρήσεις της Σάμου.
Παράλληλα, έχοντας ως στόχο την ανάπτυξη της κτηνοτροφίας και της εριουργίας, έφερε στο νησί πρόβατα από τη Νάξο και την Αττική, γίδες από τη Νάξο και τη Σκύρο και γουρούνια από τη Σικελία. Αλλά και διάφορα είδη φυτών και λουλουδιών εισήγαγε στο νησί, προκειμένου να προοδεύσει και η γεωργία.
Οι ενέργειες του Πολυκράτη με σκοπό την ανάπτυξη του νησιού δε σταματάν εδώ. Μερίμησε γα την ίδρυση διάφορων αποικιών που θα πολλαπλασίαζαν τα εισοδήματά του (π.χ. Έφεσος) και συμμάχησε με σπουδαίους ηγέτες, όπως με το βασιλιά της Αιγύπου Άμαση και τον τύραννο της Νάξου Λύγδαμη.

Ο στόλος
Τα πλούτη του ο Πολυκράτης τα εξασφάλισε κυρίως από τη ναυτική δύναμη που κατόρθωσε να αποκτήσει.
Ο Πολυκράτης έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον τόσο για την πολεμική όσο και για την εμπορική ναυτιλία. Λέγεται ότι είχε ναυπηγήσει 100 πεντηκοντόρους, πλοία εφοδιασμένα με πενήντα κουπιά σε ένα επίπεδο, καθώς και 40 διήρεις, τις περίφημες «σάμαινες», που ήταν πλοία κατάφρακτα, δηλαδή σκεπασμένα, ώστε να προστατεύονται οι κωπηλάτες, και με μεγαλύτερης χωρητικότητας αμπάρια. Χάρη στο στόλο του ο Πολυκράτης έτρεψε σε φυγή τον Κύρο, όταν αυτός επιχείρησε να καταλάβει τη Σάμο.

Σύγχρονη αναπαράσταση της Σάμαινας, του τύπου πλοίου που κυριάρχησε στο Αιγαίο τον 6ο αι. π.

Σύγχρονη αναπαράσταση της Σάμαινας, του τύπου πλοίου που κυριάρχησε στο Αιγαίο τον 6ο αι. π.Χ.

     Ο στόλος του Πολυκράτη τού έδωσε τη δυνατότητα να επιβάλει ένα είδος φόρου στα ξένα πλοία που περνούσαν από τις δικές του θάλασσες, να «πουλάει προστασία» σε διάφορους γείτονές του, να ασκεί πειρατεία σε εχθρούς και φίλους και να διεξάγει νικηφόρες επιδρομές σε γειτονικά νησιά και στα παράλια της Ιωνίας.
Έτσι, τα σαμιώτικα εμπορικά καράβια ταξίδευαν σ’ όλες τις θάλασσες τού τότε γνωστού κόσμου. Λέγεται μάλιστα ότι σαμιώτης ήταν ο πρώτος καπετάνιος, ο Κωλαίος, που πέρασε το Γιβραλτάρ (Ηράκλειες Στήλες) και βγήκε στον Ατλαντικό,

Τα δημόσια έργα
Όπως όλοι οι τύραννοι, έτσι και ο Πολυκράτης κατασκεύασε μεγάλα έργα. Φρόντισε όμως να τους ξεπεράσει όλους στον αριθμό, στο μέγεθος και, κυρίως, στο τεχνικό ενδιαφέρον που αυτά παρουσιάζουν:
– Ο μηχανικός Ευπαλίνος ο Μεγαρεύς κατασκεύασε το περίφημο υδραγωγείο της Σάμου σκάβοντας μέσα στο βουνό σήραγγα μήκους 1.045 μέτρων, επίτευγμα αδιανόητο για τα μέσα της εποχής. Οι εργασίες ξεκίνησαν από τις δύο άκρες και οι δύο ομάδες συναντήθηκαν στη μέση της σήραγγας με μια απόκλιση περίπου 1,80 μ.

– Επίσης ο Πολυκράτης κατασκεύασε μεγάλα λιμενικά έργα με εγκαταστάσεις για τη ναυπήγηση και την προστασία πλοίων (με κυματοθραύστη μήκους 400 μ.)
– Έχτισε, ακόμη, τείχη περιβάλλοντάς τα με βαθιά τάφρο που σε κάποια σημεία έφτανε τα 6μ. Λέγεται μάλιστα ότι την τάφρο την έσκαψαν Μυτιληνιοί αιχμάλωτοι.
– Τέλος, ανοικοδόμησε το περίλαμπρο Ηραίο, προς τιμήν της προστάτιδος του νησιού θεάς Ήρας, στη θέση ενός παλαιότερου ξύλινου, το οποίο είχε πυρπολήσει ο βασιλιάς των Περσών Κύρος κατά την αποτυχημένη απόπειρά του να καταλάβει το νησί. Ο ναός είναι χτισμένος 5 χλμ μακριά από το Άστυ, το σημερινό δηλ. Πυθαγόρειο, στη νοτιοδυτική ακρογιαλιά του κάμπου της Χώρας. Χτίστηκε εκεί, καθώς πίστευαν ότι στο σημείο αυτό, κάτω από μια λυγαριά της ακροποταμιάς του ποταμού Ίμβρασου, γεννήθηκε η Ήρα. Η μετάβαση από το Άστυ στο ναό γινόταν μέσω της «Ιεράς Οδού», ενός δρόμου πλάτους 4 μ. που δεξιά και αριστερά του υπήρχε πλήθος αγαλμάτων, ωραίων οικοδομών και δένδρων. Ο ρυθμός του ναού ήταν ιωνικός και αρχιτέκτονας ήταν ο Θεόδωρος, γιος του Ροίκου. Είχε μήκος 108,73μ., πλάτος 54,58 μ. και ύψος γύρω στα 25 μέτρα. Ήταν περίπτερος, δίπτερος, με 133 μαρμαροκολώνες. Απ’ αυτές σήμερα σώζεται δυστυχώς μόνο μία. Κι αυτή, μάλιστα, είναι χωρίς ραβδώσεις και μισογκρεμισμένη. Η στέγη του ναού ήταν φτιαγμένη από κεραμίδες, ζωγραφισμένες με διάφορες όμορφες παραστάσεις.

O κάμπος της Χώρας, όπως φαίνεται από το Πυθαγόρειο.

O κάμπος της Χώρας, όπως φαίνεται από το Πυθαγόρειο. Σε απόσταση 5 χλμ. ήταν ο ναός της Ήρας.

   Στη μέση ακριβώ ς του ναού βρισκόταν το λατρευτικό σύμβολο της θεάς, ένα ξόανο, ξύλινο δηλ. ομοίωμα. Αργότερα στη θέση του ξόανου έστησαν μεγαλόπρεπο άγαλμα, πρώτα απο χαλκό και ύστερα από μάρμαρο. Το άγαλμα αυτό, που παράσταινε την Ήρα όρθια, ντυμένη νυφικά, με πέπλο ανεμιστό, καλάθι στην κεφαλή και στο κάθε χέρι μικρό ποτήρι, μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 389 μ.χ. το και το 480 το κατέστρεψαν.

Ό,τι έχει απομείνει σήμερα από το σπουδαίο ναό της Ήρας

Ό,τι έχει απομείνει σήμερα από το σπουδαίο ναό της Ήρας

Το δαχτυλίδι του Πολυκράτη και τα όρια της τύχης
Στα χρόνια του Πολυκράτη η Σάμος έφτασε στο απώγειο της δόξας της. Ο τύραννος υπήρξε, πέρα από σκληρός ηγέτης, ιδαίτερα ικανός μα, και προπάντων, ιδαίτερα τυχερός. Κάθε ενέργειά του στεφόταν από επιτυχία. Οι απανωτές, ωστόσο, επιτυχίες και η τόσο μεγάλη ευτυχία του φαίνεται ότι κάποια στιγμή τον προβλημάτισαν. Ο Πολυκράτης, σύμφωνα με τον ιστορικό Ηρόδοτο, σκέφτηκε τότε να συμβουλευτεί το φίλο του Άμαση, βασιλιά της Αιγύπτου.
Ο Άμασης, κατανοώντας ότι ένας άνθρωπος δεν είναι δυνατό να έχει μόνο επιτυχίες, συμβούλεψε τον Πολυκράτη να στερηθεί κάτι αγαπημένο του, προκειμένου να βιώσει μια λύπη και, έτσι, να μην προκαλέσει το φθόνο των θεών.
Ο Πολυκράτης, ακολουθώντας τη συμβουλή του φίλου του, αποφάσισε να πετάξει στη θάλασσα το πιο αγαπημένο του δαχτυλίδι, έναν πολύτιμο σφραγιδόλιθο που του τον είχε φτιάξει κάποιος σπουδαίος τεχνίτης. Πράγματι πέταξε το δαχτυλίδι στο πέλαγος και –επιτέλους- άρχισε να στενοχωριέται που το έχασε. Δεν πέρασε όμως ούτε εβδομάδα και ένας ψαράς έφερε στο παλάτι ένα μεγάλο ψάρι δώρο για τον τύραννο. Όταν, όμως, ο μάγειρας άνοιξε την κοιλιά του ψαριού, για να το καθαρίσει, βρήκε μέσα το δαχτυλίδι και το παρέδωσε στον κύριό του. Ο Πολυκράτης έγραψε πάλι στο φίλο του τον Άμαση τι του συνέβη, εξηγώντας του ότι δεν μπόρεσε να νιώσει τη λύπη που έπρεπε. Ο Άμασης κατάλαβε τότε ότι είναι στη μοίρα του Πολυκράτη να βιώσει ένα τραγικό τέλος. Φρόντισε, μάλιστα, να δώσει τέλος στη φιλία τους, για να μη στενοχωρηθεί τη στιγμή που ο Πολυκράτης θα βρεθεί αντιμέτωπος με τη μοίρα του (ίσως όμως η αιτία να είναι ότι ο Πολυκράτης είχε συμμαχήσει με τους Πέρσες εναντίον των Αιγυπτίων).

Το τέλος του Πολυκράτη
Η επιβεβαίωση της πρόβλεψης του Άμαση δεν άργησε να έρθει. Ο Πολυκράτης είχε αποκτήσει όλα αυτά τα χρόνια πολλούς εχθρούς και έκανε ακόμη και τους συμμάχους του να ανησυχούν εξαιτίας της δύναμης που είχε αποκτήσει. Οι Πέρσες αντιλαμβανόμενοι ότι δεν είναι ικανοί να τον εξοντώσουν με κατά μέτωπο επίθεση εναντίον του, αποφάσισαν να χρησιμοποιήσουν το δόλο. Έτσι κατέφυγαν στο εξής τέχνασμα: Ο σατράπης Οροίτης, γνωρίζοντας την πλεονεξία του Πολυκράτη, του διαμήνυσε πως ο βασιλιάς των Περσών σχεδιάζει να τον δολοφονήσει και να του πάρει τα πλούτη του. Προκειμένου λοιπόν να μην πέσουν στα χέρια του βασιλιά, ζητούσε δήθεν τη δική του βοήθεια, για να τα φυγαδέψει.
Ο Πολυκράτης διάβασε την επιστολή και έστειλε τον έμπιστό του Μαίανδρο στις Σάρδεις, για να συννενοηθεί με τον Οροίτη. Ο Οροίτης στο μεταξύ, στο πλαίσιο του σχεδίου του, λέγεται ότι γέμισε οχτώ κάσες με πέτρες και πάνω από αυτές έστρωσε νομίσματα χρυσά. Ο Μαιάνδριος, πράγματι, πίστεψε ότι οι κάσες ήταν γεμάτες χρυσάφι και εξαπατήθηκε. Επιστρέφοντας στη Σάμο, διηγήθηκε στον Πολυκράτη όσα είδε. Τότε ο Πολυκράτης μπήκε αμέσως στο πλοίο και έβαλε πλώρη για την Ασία. Άδικα οι φίλοι του και η κόρη του προσπαθούσαν να τον σταματήσουν.
Ο Οροίτης, που τον περίμενε, τον έπιασε και με εντολή του βασιλιά των Περσών, τον ανασκολόπησε και τον σταύρωσε πάνω σε πλαγιά της Μυκάλης, αντίκρυ στο αγαπημένο του Άστυ.

Το Πυθαγόρειο της Σάμου σήμερα, όπου το 6ο αι. π.Χ. ήταν το Άστυ. Στο βάθος διακρίνεται το βουνό της Μυκάλης στη Μ. Ασία, σε πλαγιά του οποίου βρήκε φριχτό θάνατο  ο Πολυκράτη.

Το Πυθαγόρειο της Σάμου σήμερα, όπου το 6ο αι. π.Χ. ήταν το Άστυ. Στο βάθος διακρίνεται το βουνό της Μυκάλης στη Μ. Ασία, σε πλαγιά του οποίου βρήκε φριχτό θάνατο ο Πολυκράτης.

Πηγές

Ηροδότου Ιστορίες εκδ. ΟΕΔΒ

tovima.gr

enet.gr

Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα

culture.gr

ΔΗΜΟΤΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ TOY 1887

19 Μάι.
Γ. Σουρής

Γ. Σουρής

Με αφορμή τις χθεσινές δημοτικές και περιφερειακές εκλογές και το πλήθος των υποψήφιων συμβούλων παραθέτουμε ένα ποίημα του μεγάλου συριανού σατιρικού Γ. Σουρή. Ο Γεώργιος Σουρής στο ακόλουθο ποίημα, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ρωμηός στις 20-6-1887, καυτηριάζει τη συμπεριφορά των υποψήφιων δημοτικών συμβούλων στις δημοτικές εκλογές του 1887.

Όποιος σας σφίγγει δυνατά το ένα και τ’ άλλο χέρι
και πηλαλεί εδώ κι εκεί στο ντάλα μεσημέρι
αυτός που σας χαμογελά και σας κτυπά στον ώμο,
αυτός που με τα τέσσερα σας κυνηγά στο δρόμο
και στέκει μ’ ύφος ταπεινό θεράποντος και δούλου
θηρεύει το αξίωμα Δημοτικού Συμβούλου.

Ακούτε κάποιον για νερά να λέει και για λέρες,
να ξεκουφαίνει των γνωστών κι αγνώστων του τ’ αυτιά,
ακούτε να υπόσχεται σε μερικές ημέρες
να κάμει την πρωτεύουσα σαν άλλη Βενετιά,
τον βλέπετε την κάρτα του σ’ όποιον ευρεί να δίνει;
θα πει πως θέλει Σύμβουλος Δημοτικός να γίνει.

Βλέπετε κάποιον να κολλά στους τοίχους τ’ όνομά του,
να κάνει μες στα μαγαζιά της αγοράς γιουρούσι,
τον βλέπετε να παραιτεί στη μέση τη δουλειά του
και να τραβά στην Κηφισιά, να τρέχει στο Μαρούσι,
μες στις ταβέρνες να κερνά κι αδιάκοπα να πίνει;
θα πει πως θέλει Σύμβουλος Δημοτικός να γίνει.

Βλέπεις αυτόν που δεν ουρεί στων τοίχων τ’ αγκωνάρια
και όπου βλέπει του σταυρού σημάδι δεν σιμώνει
οπού φωνάζει με χολή “ως πότε παλικάρια,
θα ζούμε μες στη σκοτεινιά, στη βρόμα και στη σκόνη;”
τον βλέπεις που στο διάβα του σκουπίδι δεν αφήνει;
θα πει πως θέλει Σύμβουλος Δημοτικός να γίνει.

Βλέπεις εκείνον που κρατεί τα δύο του ρουθούνια
γιατ’ είναι ασυνήθιστα στων Αθηνών τη βρόμα,
αυτόν που βρίζει άφοβα τους προύχοντας γουρούνια
και ό,τι άλλο πρόχειρον του έρχεται στο στόμα,
που για Δημάρχους και λοιπούς πολύ φαρμάκι χύνει;
θα πει πως θέλει Σύμβουλος Δημοτικός να γίνει.

Βλέπεις αυτόν που κατ’ αυτάς τον ντελικάτο κάνει
και στην καθαριότητα τους Ευρωπαίους φθάνει,
που έχει την ευγένεια στο στόμα σαν μαστίχα,
που δεν ανέχεται να δει μες στον καφέ του τρίχα,
και κάνει ότι ντρέπεται τα πίσω του να ξύνει;
θα πει πως θέλει Σύμβουλος Δημοτικός να γίνει.

Ακούς αυτόν που εξυμνεί τους συνδημότας όλους,
οπού υπόσχεται εν τιμή στον κάθε πατριώτην
ότι θα κτίσει εκκλησιές στους δώδεκ’ Αποστόλους
και εις αυτόν τον άτιμον Ιούδαν τον προδότην;
που ευτυχές το μέλλον μας και ρόδινον το κρίνει;
θα πει πως θέλει Σύμβουλος Δημοτικός να γίνει.

Τι Σύμβουλοι Δημοτικοί! εγέμισαν οι δρόμοι,
και ποιος το ξέρει τάχατε πόσοι θα βγουν ακόμη.
Τι Σύμβουλοι Δημοτικοί που είναι να τους δείρεις…
καρύδι κάθε καρυδιάς και κάθε κακομοίρης
με σωτηρίας πρόγραμμα φυτρώνει μες στη μέση
κι ο Καραβίδας φαίνεται πως κάλπην θα εκθέσει.

Τι Σύμβουλοι Δημοτικοί! εγέμισαν οι δρόμοι,
και ποιος το ξέρει τάχατε πόσοι θα βγουν ακόμη.
Εμπρός σου όλοι έρχονται με μάτια δακρυσμένα,
γράψε για με, παρακαλώ, μα γράψε και για μένα,
αλλά κι εμένα προς θεού να μη με λησμονήσεις,
και δος του πια τρεχάματα και τόσαι διαχύσεις.

Σωτήρ του Δήμου γίνεται η κάθε μια μαζέτα
κι εγέμισαν οι τσέπες μας με κάρτες και μπιλιέτα.
Κάθε δουλειά των παραιτούν τα μαγαζιά των κλείνουν
θέλουν κι αυτοί να φαίνονται μέσα στον κόσμο κάτι,
χωρίς κανέν αξίωμα δεν ημπορούν να μείνουν,
θέλουν κι αυτοί τουλάχιστον να μπαίνουν στο Παλάτι.

Θέλουν κι αυτοί ν’ αγωνισθούν καθώς και τόσοι άλλοι
και αν στους τόσους κόπους των βραβείον δεν δοθεί,
αλλ΄ όμως όταν έξαφνα καμιά ημέρα πάλι
και άλλο βασιλόπουλο ενηλικιωθεί,
με μια ελπίδα τρέφονται τουλάχιστον πως τότε
θα γίνουν βέβαια κι αυτοί του αργυρού ιππόται.

Σωτήρ του Δήμου γίνεται η κάθε μια μαζέτα
κι εγέμισαν οι τσέπες μας με κάρτες και μπιλιέτα.
Μπιλιέτα με ονόματα Συμβούλων παστρικά
μέσα στον κάθε καφενέ, μέσα στην κάθε σάλα,
κι αν ήσαν καν τουλάχιστον ολίγον μαλακά,
πολύ θα μ’ υποχρέωναν αν μου’στελλαν και άλλα.

 

Από το ιστολόγιο «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία» (http://sarantakos.wordpress.com)

Το βυζαντινό «καπηλείον»

10 Μάι.

     Στα αρχαία ελληνικά «καπηλεύω» σημαίνει «εμπορεύομαι». Στο Βυζάντιο, λοιπόν, «κάπηλος» ήταν γενικά ο καθένας που ασχολούταν με το εμπόριο. Συνήθως όμως το επάγγελμα του κάπηλου παρέπεμπε στον ιδιοκτήτη ταβέρνας ή καπηλείου ή κρασοπουλείου. Πράγματι, οι κάπηλοι ήταν ο τελευταίος κρίκος μιας αλυσίδας στην οποία προηγούνταν οι αμπελουργοί, οι οινηγοί και οι οινέμποροι. Τα καπηλεία ήταν χώροι όπου, όπως άλλωστε και σήμερα, σέρβιραν κρασί συνοδευόμενο από τρόφιμα και έπαιρναν το όνομά τους από το όνομα του ιδιοκτήτη τους. Ιδιοκτήτης μπορούσε ακόμη να είναι και κάποιος μοναχός ή, συχνά, κάποιος που ασκούσε και ένα άλλο επάγγελμα που από μόνο του δεν μπορούσε να τον συντηρήσει. Έτσι, σήμερα γνωρίζουμε για τους κάπηλους-νεκροθάπτες ή τους κάπηλους-πιπτακάριους (παρασκευαστές ειδών ζαχαροπλαστικής με φυστίκια).
     Όσο αυξανόταν ο πληθυσμός στα αστικά κέντρα της Αυτοκρατορίας τόσο αυξάνονταν και τα καπηλεία. Γνωρίζουμε μάλιστα ότι ο αριθμός τους πολλαπλασιάστηκε στα χρόνια των Κομνηνών λόγω της συρροής στην Βασιλεύουσα Φράγκων
      Σε γενικές γραμμές, το επάγγελμα του κάπηλου θεωρούταν βάναυσο εξαιτίας των θορυβωδών σκηνών που λάμβαναν χώρα στα καπηλεία αλλά και του έκλυτου βίου των γυναικών που εργάζονταν εκεί. Σε μερικές περιπτώσεις μάλιστα τα καπηλεία έφτασαν να ταυτίζονται με τα πορνεία.

 

Εικόνα ενός καπηλειού της Δύσης. Από τον πίνακα του Πίτερ Μπρίγκελ «Γάμος χωρικών»

Εικόνα ενός καπηλειού της Δύσης. Από τον πίνακα του Πίτερ Μπρίγκελ «Γάμος χωρικών»

 

 Τα μέτρα του κράτους
Το κράτος έπαιρνε διάφορα μέτρα για την αποφυγή ταραχών και τη διαφύλαξη της ησυχίας. Έτσι, για παράδειγμα, έπρεπε οι ταβέρνες να εξυπηρετούν τους πελάτες τους εντός και όχι έξω, σε στενά δρομάκια. Επίσης, σύμφωνα με το Επαρχικό Βιβλίο, τις Κυριακές και τις μεγάλες γιορτές οι κάπηλοι όφειλαν να ανοίγουν τις ταβέρνες μετά τις 2.00 το μεσημέρι και να τις κλείνουν στις 2.00 το βράδυ, προκειμένου ν’ αποφεύγονται η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ και οι συνακόλουθες συμπλοκές. Αλλά και τις εισόδους των μαγαζιών τους έπρεπε να τις έχουν όχι μπροστά, αλλά από πλάγια και την πόρτα να την καλύπτουν με ένα ύφασμα.

Κερδοσκοπία
Οι κάπηλοι, προκειμένου ν’ αυξήσουν το κέρδος τους, συχνά έριχναν στο κρασί νερό. Ο Μ. Βασίλειος αναφέρει ότι «οἱ κάπηλοι μίσγουσι τόν οἶνον ὕδατι», ενώ ο Μιχαήλ Ψελλός έγραφε: «οὐκ ἔσμιξα τῶ οἴνω, ὥσπερ ὁ κάπηλος, ὕδωρ». Πέρα όμως από το νέρωμα του κρασιού, προσπαθούσαν να κερδίσουν εξαπατώντας τους πελάτες τους χρησιμοποιώντας και λιποβαρή δοχεία.

Φορολογία
Στα καταστήματα αυτά, καθώς και στα συγγενή καπηλομαγειρεία, επιβαλλόταν ειδικός φόρος, ο καπηλειατικός, όπως μας πληροφορεί και σχετικό χρυσόβουλο του Ανδρονίκου Παλαιολόγου προς τους καπήλους της Μονεμβασίας, όπου αυτοί «καπηλειατικού ή ετέρου τινός κεφαλαίου διατηρώνται ανενόχλητοι και αδιάσειστοι παντελώς».

Αντί κρασιού
Πολλά καπηλεία, εκτός από κρασί, διέθεταν στους πελάτες τους και άλλα είδη ποτών, που ήταν υποκατάστατα του οίνου και είχαν ευρεία κατανάλωση, αφού ήταν φθηνότερα. Αυτά τα ποτά οι βυζαντινοί τα ονόμαζαν σίκερα. Οι καταναλωτές τους, λοιπόν, οι σικεροπότες, έπιναν αυτούς τους «υποτυπώδεις οίνους» (μυρτίτη, μηλίτη, φοινικίτη, κυδωνίτη, σταφιδίτη, απίτη, δηλαδή απιδόκρασο, και άλλους), κυρίως λόγω του χαμηλού τους κόστους.

 

Φωτογραφία από ένα καπηλειό της δεκαετίας των πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών στην Ελλάδα (από istorikesfotografies.blogspot.com)

Φωτογραφία από ένα καπηλειό των πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών στην Ελλάδα (από istorikesphotografies.blogspot.com)

 

Πηγές

Φαίδων Κουκουλές, Βυζαντινών βίος και πολιτισμός, τομ. Β’, εκδ. Παπαζήση

http://www.adraptis.com

http://www.istoria.gr