Αρχείο | Λογοτεχνία γ’ Γυμνασίου RSS feed for this section

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ: ΕΝΑΣ ΙΔΑΝΙΚΟΣ ΑΥΤΟΧΕΙΡ

3 Απρ.
kariotakis

Κ. Καρυωτάκης

Ο Κωνσταντίνος Καρυωτάκης γεννήθηκε στην Τρίπολη στις 30 Οκτωβρίου του 1896 και ήταν το δεύτερο από τα τρία παιδιά του νομομηχανικού Γεώργιου Καρυωτάκη από τα Χανιά και της Αικατερίνης Σκάγιαννη από την Τρίπολη. Λόγω της εργασίας του πατέρα του άλλαζε κατά τα παιδικά του χρόνια συχνά τόπους διαμονής: Λευκάδα, Αργοστόλι, Λάρισα, Πάτρα, Καλαμάτα, Αθήνα και Χανιά.Σε ηλικία 17 ετών ερωτεύεται μια κοπέλα από τα Χανιά, την Άννα Σκορδύλη, μια σχέση που θα τον σημαδέψει. Η Άννα δύο χρόνια αργότερα θα παντρευτεί έναν άλλο άνδρα.

Το 1914 ο Καρυωτάκης πήγε στην Αθήνα να σπουδάσει στη Νομική Σχολή, από την οποία και αποφοίτησε το 1917 με βαθμό «λίαν καλώς». Το 1919 επιστρατεύθηκε αλλά πήρε αναβολή λίγων μηνών λόγω υγείας. Επιχείρησε να εργαστεί ως δικηγόρος, αλλά η έλλειψη πελατών τον οδήγησε στην αναζήτηση μιας θέσης δημοσίου υπαλλήλου

Διορίστηκε στη Νομαρχία Θεσσαλονίκης και, για ν’ αποφύγει τις μεταθέσεις, μεταπήδησε στο Υπουργείο Πρόνοιας στην Αθήνα, όπου και συνδέθηκε με την επίσης ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη.  Το Φεβρουάριο του 1928 αποσπάστηκε στην Πάτρα και στη συνέχεια μετατέθηκε δυσμενώς στην Πρέβεζα λόγω συγκρούσεων που είχε με τους προϊσταμένους του.

Στο μεταξύ οι ποιητικές του αναζητήσεις ξεκινούν από μικρή ακόμη ηλικία. Από τα δεκαέξι του χρόνια δημοσιεύει ποιήματα σε παιδικά περιοδικά και το 1919 δημοσιεύει τη συλλογή «Ο πόνος του Ανθρώπου και των Πραμάτων». Το 1921 εξέδωσε την ποιητική συλλογή «Νηπενθή», ενώ το 1927 τη συλλογή με τίτλο «Ελεγεία και Σάτιρες»

Στην Πρέβεζα έφτασε τον Ιούνιο του 1928, αφού πρώτα επισκέφθηκε στο νοσοκομείο «Σωτηρία» τη Μαρία Πολυδούρη, η οποία έπασχε από φυματίωση. Στην Πρέβεζα τοποθετήθηκε στη Νομαρχία, και συγκεκριμένα στο Γραφείο Εποικισμού και Αποκαταστάσεως Προσφύγων με την αρμοδιότητα να συντάσσει και να ελέγχει τους τίτλους κυριότητας των αγροτεμαχίων που διανέμονταν στους Μικρασιάτες πρόσφυγες.

Το σπίτι στο οποίο έμενε ο Καρυωτάκης στην Πρέβεζα

Το σπίτι στο οποίο έμενε ο Καρυωτάκης στην Πρέβεζα

Η γραφειοκρατία και η ζωή του δημόσιου υπάλληλου του προκαλεί αηδία. Την 1η Ιουλίου του 1928 στέλνει σε ένα ξαδερφό του το ποίημα «Πρέβεζα», ενδεικτικό της ψυχολογικής του κατάστασης:

ΠΡΕΒΕΖΑ

Θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται
στους μαύρους τοίχους και τα κεραμύδια,
θάνατος οι γυναίκες, που αγαπιούνται
καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια.

Θάνατος οι λεροί, ασήμαντοι δρόμοι
με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους,
ο ελαιώνας, γύρω η θάλασσα, κι ακόμη
ο ήλιος, θάνατος μες στους θανάτους.

Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει
για να ζυγίση μια «ελλειπή» μερίδα,
θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι,
κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.

Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης.
Την Κυριακή θ’ ακούσουμε την μπάντα.
Επήρα ένα βιβλιάριο Τραπέζης
πρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα.

Περπατώντας αργά στην προκυμαία,
«Υπάρχω;» λες, κ’ ύστερα «δεν υπάρχεις!»
Φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία.
Ίσως έρχεται ο Κύριος Νομάρχης.

Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους
αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία…
Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους,
θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.

Στις 21 Ιουλίου του 1928 ο Κώστας Καρυωτάκης πήγε στο παραλιακό καφενείο «Ο Ουράνιος Κήπος», ήπιε μια βυσσινάδα, ζήτησε ένα τσιγάρο και μια κόλλα χαρτί όπου έγραψε και τα τελευταία του λόγια. Άφησε στο τραπέζι 75 δραχμές φιλοδώρημα, ενώ η τιμή του αναψυκτικού ήταν 5 δρχ. και περπάτησε 400 περίπου μέτρα προς τη θέση Βαθύ, όπου αυτοκτόνησε μ’ ένα πιστόλι στην καρδιά κάτω από έναν ευκάλυπτο.

Το πιστόλι με το οποίο αυτοκτόνησε και το ιδιόχειρο σημείωμα (Μουσείο Μπενάκη)

Το πιστόλι με το οποίο αυτοκτόνησε και το ιδιόχειρο σημείωμα (Μουσείο Μπενάκη)

 

Στην τσέπη του κουστουμιού του βρέθηκε επιστολή που γράφει τα εξής:

«Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου. Το μεγαλύτερό μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθειά μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς τις περισσότερες, να μπορώ να τις αισθανθώ. Τη χυδαία όμως πράξη που μου αποδίδεται τη μισώ. Εζήτησα μόνο την ιδεατή ατμόσφαιρά της, την έσχατη πικρία. Ούτε είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για το επάγγελμα εκείνο. Ολόκληρο το παρελθόν μου πείθει γι’ αυτό. Κάθε πραγματικότης μου ήταν αποκρουστική. Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο που ήρθε τον δέχομαι με πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους, ή εθεώρησαν την ύπαρξή τους παιχνίδι χωρίς ουσία. Τους βλέπω να έρχονται ολοένα περισσότεροι μαζί με τους αιώνες. Σ’ αυτούς απευθύνομαι. Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές (!!!), είμαι έτοιμος για έναν ατιμωτικό θάνατο. Λυπούμαι τους δυστυχισμένους γονείς μου, λυπούμαι τα αδέλφια μου. Αλλά φεύγω με το μέτωπο ψηλά. Ήμουν άρρωστος. Σας παρακαλώ να τηλεγραφήσετε, για να προδιαθέση την οικογένειά μου, στο θείο μου Δημοσθένη Καρυωτάκη, οδός Μονής Προδρόμου, πάροδος Αριστοτέλους, Αθήνας» Κ.Γ.Κ.

[Υ.Γ.] Και για ν’ αλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουνε ποτέ να αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης. Όλη νύχτα απόψε επί δέκα ώρες, εδερνόμουν με τα κύματα. Ήπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πώς, το στόμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια. Ωρισμένως, κάποτε, όταν μου δοθεί η ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου». Κ.Γ.Κ. (Κώστας Γ. Καρυωτάκης).

Εκτός από τις ποιητικές του συλλογές, ο Καρυωτάκης έγραψε κάποια πεζά, ενώ ασχολήθηκε και με μεταφράσεις ξένων λογοτεχνών. Η ποίησή του διαφέρει από αυτή των παλιότερών του ποιητών, καθώς διακρίνεται για την αίσθηση της ματαιότητας, τον αντιηρωισμό της, τον σαρκαστικό της τόνο και απεχθάνεται το πομπώδες ύφος, τον στόμφο και τον φθηνό αισθηματισμό.

Ποιήματά του έχουν μελοποιήσει συνθέτες και συγκροτήματα, όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, τα «Υπόγεια Ρεύματα», η Λένα Πλάτωνος, ο Μίμης Πλέσσας, ο Γιάννης Σπανός, ο Γιάννης Γλέζος και ο Νίκος Ξυδάκης.

Φωτογραφία του νεκρού Καρυωτάκη

Φωτογραφία του νεκρού Καρυωτάκη

Οι λόγοι της αυτοκτονίας του Καρυωτάκη

Κανείς δεν έχει καταλήξει μέχρι σήμερα στους λόγους αυτοκτονίας του ποιητή. Κατά καιρούς την έχουν αποδώσει στη μονότονη και καταθλιπτική εργασία του, στη δυσμενή μετάθεσή του στην Πρέβεζα, στη χρήση ναρκωτικών (κατηγορία η οποία δεν ευσταθεί). Προφανώς , η πράξη του αυτή ήταν συνδυασμός αρκετών παραγόντων, αν επιπλέον λάβουμε υπόψη ότι έπασχε από σύφιλη, ένα σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα, ανίατο εκείνη την εποχή, το οποίο, πέρα από το ότι ήταν επώδυνο για τον πάσχοντα, αποτελούσε κοινωνικό στίγμα. Εκτός όλων αυτών, όμως, τελευταία υποστηρίζεται ότι ο Καρυωτάκης πιθανόν να έπεσε θύμα σκευωρίας από το Υπουργείο λόγω της αξιόλογης συνδικαλιστικής δράσης που είχε αναπτύξει (γι’ αυτό και η μετάθεση στην Πρέβεζα). Στο πλαίσιο αυτών των διώξεων πιθανολογείται ότι του είχε απευθυνθεί μια κατηγορία που θα μπορούσε να είναι κι αυτή του μαστροπού, κάτι βέβαια που ο νεαρός ποιητής δεν μπόρεσε ν’ αντέξει.

Ο δεσμός με την Πολυδούρη

Η Μαρία Πολυδούρη ερωτεύθηκε τον Καρυωτάκη, όταν γνωρίστηκαν στη Νομαρχία Αθηνών, όπου υπηρετούσαν και οι δύο. Συναντήθηκαν για πρώτη φορά τον Ιανουάριο του 1922 και μεταξύ τους αναπτύχθηκε ένας ισχυρός δεσμός, ο οποίος επηρέασε καθοριστικά τη ζωή και το έργο της. Το καλοκαίρι του 1922 ο Καρυωτάκης ανακάλυψε ότι έπασχε από σύφιλη και ζήτησε από τη Μαρία να χωρίσουν. Αυτή αρνήθηκε και του πρότεινε να παντρευτούν χωρίς να κάνουν παιδιά, κάτι που δε δέχτηκε ο Καρυωτάκης. Η Μαρία αμφέβαλε για την ειλικρίνειά του, θεώρησε ότι η σύφιλη του ήταν απλώς ένα πρόσχημα του αγαπημένου της για να την εγκαταλείψει και πίστεψε ότι η πραγματική αιτία ήταν ο απελευθερωμένος και ατίθασος χαρακτήρας της. 

Το τραγούδι που ακολουθεί είναι σε ποίηση της Μαρίας Πολυδούρη και μουσική Δημ. Παπαδημητρίου. Πρόκειται για ποίημα που έγραψε για τον Κ.Καρυωτάκη

Πηγές

Γ.Σαββίδης, «Κ. Καρυωτάκης, Ποιήματα και Πεζά» εκδ. Εστία

Εγκυκλοπαίδεια Δομή

http://el.wikipedia.org

lifo.gr

Advertisements

Ο θούριος

13 Νοέ.

θούριος

   H λέξη «θούριος» σημαίνει στα αρχαία ελληνικά πολεμικός, ορμητικός. Ο Όμηρος χρησιμοποιούσε τη λέξη «θούρος» ως επίθετο στο θεό του πολέμου, Άρη.
   Αυτό το όνομα επέλεξε ο Ρήγας Φερραίος να δώσει στο ποίημα που έγραψε το 1797. Η επιλογή του ονόματος δεν είναι τυχαία, αν αναλογιστούμε ότι πρόκειται για έναν πατριωτικό, επαναστατικό ύμνο που σκοπό έχει να αφυπνίσει τους σκλαβωμένους στον οθωμανικό ζυγό Έλληνες.
    Ο Θούριος του Ρήγα είναι το τρίτο μέρος του πολιτικού φυλλαδίου του «Νέα Πολιτική Διοίκησις των κατοίκων της Ρούμελης της Μικράς Ασίας των Μεσογείων Νήσων και της Βλαχομπογδανίας».

 

O συνθέτης Χρήστος Λεοντής

O συνθέτης Χρήστος Λεοντής

  1970. Εκατόν εβδομήντα τρία χρόνια μετά τη σύνθεση του Θούριου του Ρήγα ο συνθέτης Χρήστος Λεοντής επιλέγει να μελοποιήσει το συγκεκριμένο ύμνο. Ο Χρήστος Λεοντής καταλήγει στο Θούριο, καθώς η λογοκρισία της Χούντας θα επέτρεπε μόνο ένα πατριωτικό τραγούδι. Βέβαια, οι στίχοι του τραγουδιού θα μπορούσαν κάλλιστα να στρέφονται και κατά της δικτατορίας. Το θέμα είναι, όπως υποστήριξε αργότερα ο Χρ. Λεοντής, ποιος τα λέει και για ποιον….

 Ακολουθεί ο Θούριος σε μουσική Χρ. Λεοντή, ερμηνευμένος από τον Νίκο Ξυλούρη.

 

 

 

 

ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ

12 Οκτ.
"Ερωτόκριτος και Αρετούσα". Έργο του 1933 του ζωγράφου Θεόφιλου

«Ερωτόκριτος και Αρετούσα». Έργο του 1933 του ζωγράφου Θεόφιλου. Η Αρετούσα ανταποκρίνεται στον έρωτα του Ερωτόκριτου, ο οποίος έχει ανεβεί με σχοινένια σκάλα στο μπαλκόνι της

Πρόκειται για ένα πολύστιχο αφηγηματικό ποιήμα, μια έμμετρη μυθιστορία ουσιαστικά, του 17ου αι. Συνθέτης του είναι – σύμφωνα με την πληροφορία που μας παρέχει στον επίλογο – ο Βιτσέντζος Κορνάρος από τη Σητεία της Κρήτης.
Το ποίημα αποτελείται από 10.052 ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους στίχους με ζευγαρωτή ομοιοκαταλήξία.
Η γλώσσα του είναι η καθαρή δημοτική, όπως αυτή διαμορφώθηκε στην ανατολική Κρήτη, σχεδόν ολότελα απαλλαγμένη από λόγια ή κένα στοιχεία.
Η υπόθεση του έργου είναι εμπνευσμένη από το προβηγκιανό ποίημα «Πάρις και Βιέννα», χωρίς όμως ο Βιτσέντζος Κορνάρος να το μιμείται δουλικά.
Ο Ερωτόκριτος διαδόθηκε ευρύτατα σε λαϊκές εκδόσεις. Το μοναδικό χειρόγραφο που σώζεται σήμερα έχει χρονολογία 1710 και φυλάσσεται στο Βρετανικό μουσείο.

Ο κόσμος του ποιήματος
Το έργο διαδραματίζεται στην αρχαία Αθήνα, ο κόσμος όμως που απεικονίζει είναι αόριστος από ιστορική άποψη, συμβατικός και παραμυθένιος. Χαρακτηριστικό είναι ότι παράλληλα με τις αρχαιοελληνικές αναφορές, εμφανίζονται αναχρονισμοί και πολλά στοιχεία του δυτικού κόσμου, όπως η κονταρομαχία.

Η υπόθεση
Η υπόθεση χωρίζεται σε πέντε τμήματα και είναι συνοπτικά η εξής:

Α.
Ο βασιλιάς της Αθήνας Ηράκλης και η σύζυγός του αποκτούν ύστερα από πολλά χρόνια γάμου μια κόρη, την Αρετούσα. Τη βασιλοπούλα ερωτεύεται ο Ερωτόκριτος, γιος τού πιστού συμβούλου του βασιλιά, Πεζόστρατου. Επειδή δεν μπορεί να φανερώσει τον έρωτά του, πηγαίνει κάτω από το παράθυρό της τις νύχτες και της τραγουδά. Η κοπέλα σταδιακά ερωτεύεται τον άγνωστο τραγουδιστή. Ο Ηράκλης, όταν μαθαίνει για τον τραγουδιστή, του στήνει ενέδρα για να τον συλλάβει, ο Ερωτόκριτος όμως μαζί με τον αγαπημένο του φίλο Πολύδωρο σκοτώνει δέκα σωματοφύλακες τού βασιλιά. Ο Ερωτόκριτος, καταλαβαίνοντας ότι ο έρωτάς του δεν μπορεί να έχει αίσια έκβαση, ταξιδεύει στη Χαλκίδα για να ξεχάσει. Στο διάστημα αυτό ο πατέρας του αρρωσταίνει και, όταν η Αρετούσα τον επισκέπτεται, βρίσκει στο δωμάτιο του Ερωτόκριτου μια ζωγραφιά που την απεικονίζει και τους στίχους που της τραγουδούσε. Όταν εκείνος επιστρέφει, ανακαλύπτει την απουσία της ζωγραφιάς και των τραγουδιών και μαθαίνει ότι μόνο η Αρετούσα τους είχε επισκεφτεί. Επειδή καταλαβαίνει ότι αποκαλύφθηκε η ταυτότητά του και ότι μπορεί να κινδυνεύει, μένει στο σπίτι προσποιούμενος ασθένεια και η Αρετούσα τού στέλνει για περαστικά ένα καλάθι με μήλα, ως ένδειξη ότι ανταποκρίνεται στα συναισθήματά του.

Β.
Ο βασιλιάς οργανώνει κονταροχτύπημα, για να διασκεδάσει την κόρη του. Παίρνουν μέρος πολλά αρχοντόπουλα από όλον τον γνωστό κόσμο, αλλά νικητής αναδεικνύεται ο Ερωτόκριτος, ο οποίος και στεφανώνεται με το στεφάνι της νίκης από τα χέρια της αγαπημένης του Αρετούσας.

Γ.
Ο Ερωτόκριτος αρχίζει να συναντιέται κρυφά με την Αρετούσα στο παράθυρό της. Η κοπέλα παρακινεί τον Ερωτόκριτο να τη ζητήσει από τον πατέρα της. Το έργο αυτό αναλαμβάνει ο πατέρας του Ερωτόκριτου, Πεζόστρατος. Ο βασιλιάς, όταν ακούει το αίτημα του συμβούλου του, διώχνει τον ίδιο εξοργισμένος και εξορίζει τον Ερωτόκριτο. Ταυτόχρονα φτάνουν προξενιά για την Αρετούσα από το βασιλιά του Βυζαντίου. Η κοπέλα αμέσως αρραβωνιάζεται κρυφά με τον Ερωτόκριτο, πριν αυτός εγκαταλείψει την πόλη.

Δ.
Η Αρετούσα αρνείται να δεχθεί το προξενιό και ο βασιλιάς τη φυλακίζει μαζί με την πιστή παραμάνα της σ’ ένα σκοτεινό και υγρό μπουτρούμι. Έπειτα από τρία χρόνια, όταν οι Βλάχοι πολιορκούν την Αθήνα, εμφανίζεται ο Ερωτόκριτος μεταμφιεσμένος με μαγικό τρόπο σε Σαρακηνό. Σε μια μάχη μάλιστα σώζει τη ζωή του βασιλιά και τραυματίζεται.

Ε.
Ο βασιλιάς, για να ευχαριστήσει τον τραυματισμένο ξένο, του προσφέρει σύζυγο την κόρη του. Η Αρετούσα, ωστόσο, -που δε γνωρίζει ότι ο ξένος είναι ο αγαπημένος της- αρνείται και αυτόν τον γάμο και στη συζήτηση με τον μεταμφιεσμένο Ερωτόκριτο επιμένει στην άρνησή της. Ο Ερωτόκριτος την υποβάλλει σε δοκιμασίες για να επιβεβαιώσει την πίστη της και τελικά της αποκαλύπτεται, αφού λύνει τα μαγικά που τον είχαν μεταμορφώσει. Ο βασιλιάς αποδέχεται το γάμο και συμφιλιώνεται με τον Ερωτόκριτο και τον πατέρα του. Ο Ερωτόκριτος ανεβαίνει στο θρόνο της Αθήνας.

Η απήχηση του ποιήματος
Η απήχηση του έργου ήταν πολύ μεγάλη. Στίχοι του τραγουδιούνται ακόμη και στην Κρήτη, ενώ και τα ονόματα των ηρώων έχουν επιβιώσει ως σήμερα ως βαφτιστικά.

Ακολουθεί το τραγούδι «Τα θλιβερά μαντάτα» σε ερμηνεία του Ν.Ξυλούρη και του Γ.Χαρούλη. Ο Ερωτόκριτος ετοιμάζεται να πάρει το δρόμο της εξορίας και συναντιέται με την αγαπημένη του.

 

 

 

 
Πηγές
Λίνος Πολίτης, Ιστορία της Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας
Μάριο Βίτι, Ιστορία της Ν.Ε. Λογοτεχνίας
el.wikipedeia.org
live24.gr