Αρχείο | Οδύσσεια RSS feed for this section

Ο Οδυσσέας και ο Τηλέμαχος σκοτώνουν τους μνηστήρες

8 Μαρ.

μνηστηροφ

Ο Οδυσσέας και ο Τηλέμαχος σκοτώνουν τους μνηστήρες (1812), Christophe Thomas Degeorg

Πρόκειται για έργο του Γάλλου ζωγράφου Christophe Thomas Degeorge. Το έργο βρίσκεται στο Μουσείο Τέχνης Ροζέρ Κιγιότ.

Στο κέντρο ο Οδυσσέας με το τόξο του φονεύει τους μνηστήρες. Πίσω από τον Οδυσσέα διακρίνεται ο γιός του Τηλέμαχος, ο οποίος με το ακόντιό του βοηθάει τον πατέρα του στη μνηστηροφονία. Γονατισμός μπροστά στα πόδια του Οδυσσέα ο αοιδός Φήμιος εκλιπαρεί για τη σωτηρία του.

Ακολουθεί το σχετικό απόσπασμα από τη ραψωδία χ (στ. 350-355) σε μετάφραση Δ. Μαρωνίτη
Και πάνω εκεί ο Φήμιος, του Τέρπιου γιος, ο αοιδός, πέτυχε
να ξεφύγει από τον μαύρο χάρο – αυτός που άθελά του
τραγουδούσε στους μνηστήρες.
Τώρα στα χέρια του κρατώντας τη γλυκόφθογγη κιθάρα,
όρθιος στήθηκε στο μεσοπόρτι, ενώ ο νους του μοιρασμένος
γύρευε τη λύση: έξω να βγει από το μέγαρο και να προσφύγει ικέτης
στον βωμό του Δία, χτισμένο στον αυλόγυρο για τον μεγαλοδύναμο θεό,
όπου συχνά στο παρελθόν ο Οδυσσέας κι ο πατέρας του
έκαιγαν προς τιμήν του μεριά βοδίσια; ή να προσπέσει στου Οδυσσέα τα γόνατα,
να τον παρακαλέσει; Κι όπως το σκέφτηκε καλύτερα, αυτό του φάνηκε
ωφελιμότερο, του Οδυσσέα τα γόνατα ν’ αγγίξει […]:
«Πέφτω, Οδυσσέα, στα γόνατα· έλεος και σπλαχνίσου με.
Βάρος θα το ’χεις στην καρδιά σου, αν θανατώσεις αοιδό –
εμένα, που θεούς κι ανθρώπους τραγουδώ κι ευφραίνω. […]
[…] Αν θες, κι εδώ για χάρη σου / μπορώ να τραγουδήσω, σε βλέπω σαν θεό.
Γι’ αυτό κρατήσου, μη με σφάξεις με χαλκό. Μπορεί κι ο ακριβός σου γιος
να μαρτυρήσει, να σου το πει ο Τηλέμαχος, πως με το ζόρι κι άθελά μου
στα γλέντια των μνηστήρων τραγουδούσα· μ’ έσερναν με τη βία μέσα,
αυτοί που ήσαν περισσότεροι κι είχαν μεγάλη δύναμη.»
 
 

 

 

Ο Όμηρος στη Φρανκφούρτη

3 Μαρ.
Η πεζογέφυρα του Μάιν

Η πεζογέφυρα του Μάιν στη Φρανκφούρτη

Η θεά Αθηνά, μεταμφιεσμένη σε Μέντη, άρχοντα των Ταφίων, φθάνει στο σπίτι του Οδυσσέα στην Ιθάκη. Ο Τηλέμαχος καλωσορίζει την Αθηνά-Μέντη και, αφού προσφέρει φαγητό και κρασί, όπως όριζε ο θεσμός της φιλοξενίας, ρωτάει «τον ξένο» ποιος είναι. Η Αθηνά-Μέντης απαντά:

«Μέντης Ἀγχιάλοιο δαίφρονος εὔχομαι εἶναι
υἱός, ἀτὰρ Ταφίοισι φιληρέτμοισιν ἀνάσσω.
νῦν δ’ ὧδε ξὺν νηὶ κατήλυθον ἠδ’ ἑτάροισιν
πλέων ἐπὶ οἴνοπα πόντον ἐπ’ ἀλλοθρόους ἀνθρώπους,

ἐς Τεμέσην μετὰ χαλκόν, ἄγω δ’ αἴθωνα σίδηρον.»

(Οδύσσεια, α.180-184)

Σε μετάφραση Δ. Μαρωνίτη:

 

(«Πρόθυμα κι ακριβώς, όσα ζητάς να μάθεις, θα σου πω:)

Μέντης το όνομά μου, γιος του εμπειροπόλεμου Αγχιάλου,

ο ίδιος τους θαλασσινούς Ταφίους κυβερνώ·

εδώ μ’ ένα καράβι και συντρόφους έφτασα, έτοιμος

να ανοιχτώ στο μπλάβο πέλαγος, πηγαίνοντας σ’ αλλόγλωσσους

ανθρώπους, στην Τεμέσα·γυρεύω ν’ ανταλλάξω σίδηρο γυαλιστερό

που φέρνω, με χαλκό·

 

 

Η επιγραφή

Η επιγραφή

  

Ο ομηρικός στίχος «πλέων ἐπὶ οἴνοπα πόντον ἐπ’ ἀλλοθρόους ἀνθρώπους» (έτοιμος να ανοιχτώ στο μπλάβο πέλαγος, πηγαίνοντας σ’ αλλόγλωσσους ανθρώπους) κοσμεί σήμερα την Άιζερνερ Στεγκ, την πιο κεντρική πεζογέφυρα του ποταμού Μάιν στη Φρανκφούρτη της Γερμανίας. Ίσως, ο στίχος ενός έπους που εκφράζει περισσότερο από κάθε άλλο έργο στην οικουμένη τον πόθο του ανθρώπου να επιστρέψει στην πατρίδα του είναι και ο καταλληλότερος για μια πόλη που πάνω από το 40% των κατοίκων της είναι μετανάστες και πρόσφυγες.

Eiserner Steg

Eiserner Steg

Οδυσσέας και Σειρήνες

27 Φεβ.

    Οι Σειρήνες ήταν θαλάσσιες νύμφες που συνόδευαν την Περσεφόνη. Όταν ο Άδης απήγαγε την Περσεφόνη, η μητέρα της Δήμητρα τούς έδωσε σώμα πτηνών για να τη βοηθήσουν στην αναζήτηση. Δεν κατάφεραν, ωστόσο, να τη βρουν και εγκαταστάθηκαν σε ένα νησί από όπου με το πανέμορφο τραγούδι τους προσείλκυαν τους ναύτες των πλοίων που πλησίαζαν στην περιοχή τους και προκαλούσαν στην συνέχεια την καταστροφή τους.
      Το νησί των Σειρήνων ή Σειρηνουσσών, σύμφωνα με την κυρίαρχη άποψη, βρισκόταν στην παραλία της Καμπανίας, κοντά στη Νάπολη της Ιταλίας.

   Ο Οδυσσέας είχε ενημερωθεί από την Κίρκη για το γοητευτικό τραγούδι τους με το οποίο παγίδευαν τους ανυποψίαστους ταξιδιώτες, που πλησιάζοντας είτε ξεχνούσαν τον προορισμό τους, είτε κατασπαράζονταν απ’ αυτές. Γι’ αυτό το λόγο, διέταξε το πλήρωμα του να βάλουν κερί στα αυτιά τους, ώστε να μην ακούν το τραγούδι των Σειρήνων, ενώ ό ίδιος ζήτησε να τον δέσουν στο κατάρτι, ώστε, όταν ακούσει το τραγούδι τους, να μη παρασυρθεί από τη γοητεία τους.

800px-John_William_Waterhouse_-_Ulysses_and_the_Sirens_(1891)

John William Waterhouse (1849 – 1917), Οδυσσέας και Σειρήνες

Ο Τζον Γουίλιαμ Γουότερχαουζ (John William Waterhouse, 1849 – 1917) ήταν Άγγλος ζωγράφος, γιος και ο ίδιος ζωγράφων. Γεννήθηκε στη Ρώμη, έζησε όμως στο Λονδίνο. Γνώρισε μεγάλη αναγνώριση όσο ζούσε και υπήρξε μέλος της Βασιλικής Ακαδημίας. Η θεματολογία των έργων του επικεντρώνεται σε σκηνές από τη μυθολογία της αρχαίας Ελλάδας, αλλά και τη ρωμαϊκή ιστορία.

  clip_image001 Γαΐτης Γιάννης (1923 – 1984), Σειρήνες – Οδυσσέας

Γαΐτης Γιάννης (1923 – 1984), Σειρήνες – Οδυσσέας

Ο Γιάννης Γαΐτης (1923-1984) ήταν Έλληνας ζωγράφος, χαράκτης και γλύπτης. Σπούδασε στο Παρίσι, όπου και εγκαταστάθηκε. Έμεινε γνωστός για τα «Ανθρωπάκια» του, μορφές που δεν έχουν ατομικά χαρακτηριστικά και έχουν πανομοιότυπο ντύσιμο με ριγέ κοστούμι και καπέλο, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τη μαζοποίηση του σύγχρονου ανθρώπου

Ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του δραπετεύουν από τη σπηλιά του Πολύφημου

22 Φεβ.

κυκλωψ

O Γιάκομπ Γιόρνταενς (Jakob Jordaens, 1593–1678) ήταν Φλαμανδός ζωγράφος. Επηρεάστηκε από τον Ρούμπενς και τον Καραβάτζιο. Διακρίθηκε ιδιαίτερα στη μνημειακή θρησκευτική και ιστορική ζωγραφική. Από το ρεπερτόριό του, ωστόσο, δε λείπουν και μυθολογικά θέματα, όπως άλλωστε μαρτυρά και το έργο του «Ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του δραπετεύουν από τη σπηλιά του Πολύφημου»

Ακολουθούν οι σχετικοί στίχοι από την Οδύσσεια του Ομήρου (ραψ. ι, στ. 485-511) σε μετάφραση Δ. Μαρωνίτη:

 
Κι όταν, την άλλη μέρα ξημερώνοντας, φάνηκε ρόδινη στον ουρανό η Αυγή,
εκείνος τα έβγαλε, για να βοσκήσουν, τα σερνικά του κοπαδιού·
τα θηλυκά, βελάζοντας που δεν τ’ αρμέξαν, μείναν στις μάντρες […].
[…] Ο αφέντης, τυραννισμένος
από τους φριχτούς του πόνους, όλα τα ψηλαφούσε τα κριάρια του στη ράχη,
κι αυτά ορθωμένα στέκονταν μπροστά του·
δεν συλλογίστηκε ο μωρός ποιοι στα μαλλιαρά τους στήθη ήσαν δεμένοι.
Απ’ το κοπάδι τελευταίος πήγαινε ο κριός μπροστάρης
προς το πέρασμα, βαρύς απ’ το μαλλί του κι από μένα,
που ’χε συλλάβει ο νους μου τέτοια τέχνη.
 Σ’ αυτόν τα χέρια του ακουμπώντας, έτσι του μίλησε ο δυνατός Πολύφημος:
‘‘Κριάρι μου καλό, πώς και γιατί απ’ όλο το κοπάδι τελευταίο
βγαίνεις κι αφήνεις τη σπηλιά; Δεν το συνήθιζες πιο πριν
ν’ ακολουθείς και να ξεμένεις πίσω· το πρώτο πρώτο ήσουν
από τα γιδοπρόβατά μου που πιλαλώντας έτρεχες να βοσκήσεις […]·
και πάλι πρώτο γύρευες να γυρίσεις στο μαντρί, / σαν έπεφτε το βράδυ. […]
Μάλλον θ’ αποζητάς του αφεντικού το μάτι, που του το τύφλωσε
ο κακός εχθρός κι οι άθλιοι σύντροφοί του, αφού του σκότισε
τον νου με το κρασί, αυτός ο Ούτις –
όχι, μα την αλήθεια, δεν ξέφυγε τον όλεθρό του ακόμη. […]’’

 

Η τύφλωση του Κύκλωπα

13 Φεβ.
τυφλωση

Το γλυπτό

   

  Στην πόλη Sperlonga της Ιταλίας, ανάμεσα στη Ρώμη και στη Νάπολη, το 1957, ανακαλύφθηκε τυχαία κατά τη διάρκεια κατασκευής ενός δρόμου ένα εξαιρετικά εντυπωσιακό σύνολο μαρμάρινων γλυπτών με μυθολογικά θέματα.

     Τα γλυπτά ήταν στημένα σε μια μεγάλη και πλούσια διακοσμημένη σπηλιά που ανήκε σε μια πολυτελή έπαυλη, χτισμένη στο δεύτερο μισό του 1ου αιώνα π.Χ., στην οποία είχε διαμείνει για λίγο ο αυτοκράτορας Τιβέριος κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού του. Υπήρχαν συνολικά τέσσερα συμπλέγματα σχετικά με την άλωση της Τροίας και τις περιπέτειες του Οδυσσέα. Ένα από αυτά, που βρέθηκε στο βάθος της σπηλιάς μέσα σε μια βραχώδη κόγχη, έδειχνε την τύφλωση του Πολύφημου από τον Οδυσσέα και τους συντρόφους του

     Ο Κύκλωπας Πολύφημος είναι ξαπλωμένος στον βράχο, μεθυσμένος από το κρασί που του έδωσε να πιει ο Οδυσσέας, ο οποίος στέκεται δίπλα του με μια κύλικα στο χέρι. Δύο σύντροφοι του Οδυσσέα ετοιμάζονται να βυθίσουν τον πάσσαλο με την πυρωμένη μύτη στο μοναδικό μάτι του Πολύφημου, ενώ ένας τρίτος σύντροφος κρατάει τον ασκό με το κρασί.

     Το έργο αυτό φιλοτέχνησαν μάλλον τρεις Ρόδιοι γλύπτες, ο Αγήσανδρος, ο Πολύδωρος και ο Αθανόδωρος.

Πηγή:greek-language.gr

Ο Οδυσσέας στην αυλή του Αλκίνοου

2 Φεβ.

ο οδυσσέας κρύβει τα δάκρυά του

  Ο Φραντσέσκο Χάγιεζ (Francesco Hayez, 10 Φεβρουαρίου 1791 – 21 Δεκεμβρίου 1882) ήταν Ιταλός ζωγράφος, ηγετική μορφή του Ρομαντισμού στα μέσα του 19ου αιώνα στο Μιλάνο, γνωστός για τους πίνακες με ιστορικά και μυθολογικά θέματα, τις αλληγορικές πολιτικές συνθέσεις και τα εξαίρετα πορτρέτα του.

  Καταγόταν από τη Βενετία και το 1814 μετακόμισε στη Νάπολη, όπου έλαβε την παραγγελία να φιλοτεχνήσει τη μεγάλη σύνθεση «Ο Οδυσσέας στην Αυλή του Αλκίνοου». Πρόκειται για ένα έργο το οποίο αποπεράτωσε ένα χρόνο μετά (1815) και σήμετα βρίσκεται στην Εθνική Πινακοθήκη Καποντιμόντε, στη Νάπολη.

  Στο έργο απεικονίζεται ο Οδυσσέας να δακρύζει τη στιγμή που ο αοιδός Δημόδοκος τραγουδάει στο παλάτι των Φαιάκων για το Δούρειο Ίππο. Εἰναι η στιγμή που ο Αλκίνοος, βασιλιάς των Φαιάκων, θα ζητήσει από τον Οδυσσέα ν’ αποκαλύψει ποιος είναι, πού ταξίδεψε και γιατί κλαίει.

      Ακολουθεί το σχετικό απόσπασμα της ραψωδίας θ της Οδύσσειας σε μετάφραση Δ. Μαρωνίτη:

Καθώς τραγούδαγε ο φημισμένος αοιδός, ο Οδυσσέας με τα δυο του χέρια
πιάνει το πορφυρό του πανωφόρι, το ’φερε πάνω απ’ το κεφάλι του
καλύπτοντας το ωραίο του πρόσωπο·
από ντροπή μπροστά στους Φαίακες, που βούρκωσαν τα μάτια του
κι έτρεχε ασταμάτητο το δάκρυ.
Μόλις ο θείος αοιδός τέλειωνε το τραγούδι του, εκείνος
σφούγγιζε το κλάμα του, κατέβαζε το ρούχο απ’ το κεφάλι του
και με μια κούπα δίδυμη στάλαζε στους θεούς σπονδή.
Όταν ωστόσο ο αοιδός ξανάπιανε να τραγουδήσει,
γιατί του το ζητούσαν οι καλύτεροι των καλεσμένων
που απολάμβαναν τα έπη του, ο Οδυσσέας σκέπαζε πάλι
το κεφάλι του θρηνώντας.
Οι άλλοι καν δεν πρόσεξαν που πνίγονταν στο δάκρυ ο ξένος,
μόνο ο Αλκίνοος το αισθάνθηκε· όπως καθόταν πλάι του,
άκουσε και κατάλαβε βαρύ τον στεναγμό του. […]
 
 
 

Οδυσσέας και Ναυσικά

19 Ιαν.

Lastman_Odysseus_and_Nausicaä

Ο Πίτερ Λάστμαν (Pieter Pietersz. Lastman 1583-1633) ήταν Ολλανδός ζωγράφος, γνωστός κυρίως για τους ιστορικούς πίνακες που φιλοτέχνησε, αλλά και ως δάσκαλος του Ρέμπραντ. Υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους ιστορικούς ζωγράφους του 17ου αιώνα στην Ολλανδία, πριν από την καθιέρωση του μαθητή του, ενώ η φήμη του εξαπλώθηκε και εκτός των συνόρων της χώρας του, αναλαμβάνοντας παραγγελίες για το βασιλιά της Δανίας. Στα σπουδαιότερα έργα του ανήκει ο πίνακας Οδυσσέας και Ναυσικά του 1619, ο οποίος βρίσκεται σήμερα στην πινακοθήκη του Μονάχου.

Το έργο απεικονίζει τη Ναυσικά πάνω σε ανοιχτή άμαξα συνοδευόμενη από υπηρέτριες, οι οποίες της κρατάνε την ομπρέλα για να παραμένει στη σκιά ή κάνουν το πλύσιμο των ρούχων. Μπροστά είναι στρωμένο ένα υπαίθριο γεύμα με καλάθια γεμάτα με φρούτα και φαγώσιμα. Ο Οδυσσέας παρουσίαζεται ξαφνικά γονατιστός. Είναι γυμνός με ελάχιστα φύλλα που καλύπτουν τα επίμαχα σημεία στο σώμα του. Οι γυναίκες φαίνονται τρομαγμένες και ξαφνιασμένες από τον απρόσμενο επισκέπτη. Χαρακτηριστική είναι η σκηνή από την Οδύσσεια σε μετάφραση Δ. Μαρωνίτη:

[…] από τα θάμνα του αναδύθηκε θείος ο Οδυσσέας, χώνει
το στιβαρό του χέρι σε σύδεντρο πυκνό και σπάζει
ένα κλαδί με φύλλα, τη γύμνια του να προστατέψει στ’ αντρικά του μέρη.
Και κίνησε σαν το περήφανο λιοντάρι που περιφέρεται στα όρη,
το δέρνει ο άνεμος και το μουσκεύει η μπόρα […]
παρόμοιος έμελλε κι ο Οδυσσέας να σμίξει με κόρες καλλιπλόκαμες,
έτσι όπως ήτανε γυμνός […]
Όμως τους φάνηκε φριχτός, απ’ την αλμύρα φαγωμένος.
σκόρπισαν τότε πανικόβλητες, εδώ η μια
η άλλη αλλού, γυρεύοντας πού να κρυφτούν στα υψώματα της όχθης.
Μόνον του Αλκίνοου η θυγατέρα παραμένει ακίνητη
(ζ 160-164, 168-173)