Αρχείο | Πίνακες ζωγραφικής RSS feed for this section

Γεύμα στη χλόη

2 Ιον.

Ο Μανέ, ζωγράφος θεμελιωτής της μοντέρνας τέχνης, γεννήθηκε το 1832 στο Παρίσι και σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών του Παρισιού (1850-1856).

Γεύμα στη χλόη
To 1863 ζωγραφίζει το περίφημο έργο του «Το γεύμα στη χλόη», το οποίο και εξέθεσε στην «Έκθεση των απορριφθέντων», όπως ονομάστηκε η έκθεση που διοργανώθηκε το 1863 με τα έργα όλων εκείνων που είχαν απορριφθεί από την επίσημη έκθεση του Παρισιού.

Εδουάρδος Μανέ, Γεύμα στη χλόη, 1863, ελαιογραφία, Παρίσι, Musee d' Orsay

Εδουάρδος Μανέ, Γεύμα στη χλόη, 1863, ελαιογραφία, Παρίσι, Musee d’ Orsay

Στον πίνακα αυτόν απεικονίζεται μια παρέα τεσσάρων ατόμων, δύο ανδρών και δύο γυναικών, η μία από τις οποίες, στο πρώτο επίπεδο του έργου, εμφανίζεται γυμνή να γευματίζει σε τοπίο της εξοχής.
Ο Μανέ, ακολουθώντας την προτροπή του Γάλλου ποιητή και τεχνοκρίτη Σαρλ Μπωντλέρ να ζωγραφίσει τη σύγχρονη ζωή, χρησιμοποίησε φιλικά του πρόσωπα για τις τρεις από τις τέσσερις μορφές.

Αντιδράσεις
Το έργο χαρακτηρίστηκε από τον αυτοκράτορα Ναπολέοντα τον Γ’ ανήθικο. Η αντίδραση προήλθε από το γεγονός ότι ο Μανέ τολμούσε να υπαινίσσεται ερωτική συνεύρεση, δείχνοντας γυμνή μια απλή, γνωστή του κοπέλα, ενώ μέχρι τότε το γυμνό είχε συνυφανθεί μόνο με θεϊκές ή τουλάχιστον, μυθικές μορφές, και ο ερωτισμός καλυπτόταν πάντα με το πέπλο της αλληγορίας, όπως συνέβαινε σε συνθέσεις των αναγεννησιακών ζωγράφων Τζιορτζιόνε, Ραφαήλ και Τιτσιάνο. Ο πίνακας ενοχλούσε, εξάλλου, γιατί αντιπροσώπευε τολμηρές εικαστικές λύσεις.

Το πρότυπο
Η σύνθεση του Μανέ κατάγεται από έργο του Ραφαήλ, γνωστό από το χαρακτικό του Μαρκαντόνιο Ραϊμόντι (περ. 1480 – περ. 1534) «Κρίση του Πάρη». Στο κάτω δεξιό τμήμα του χαρακτικού βλέπουμε δύο γυμνούς ποτάμιους θεούς και μια Νύμφη να κάθονται, σε μια δευτερεύουσα σκηνή στην Κρίση του Πάρη.

krish p;ari

Μαρκαντόνιο Ραϊμόντι, Κρίση του Πάρη, Βρετανικό Μουσείο Λονδίνου

Όμως οι ποτάμιες θεότητες του χαρακτικού του Ραϊμόντι μεταμορφώνονται από το Μανέ σε σύγχρονούς του Παριζιάνους. Ο Μανέ ντύνει τους δύο άνδρες με σύγχρονα ρούχα, αλλά κρατάει το γυναικείο γυμνό, συνδέοντας τις μορφές με συγκεκριμένα πρόσωπα της εποχής.Έτσι το θέμα «εκσυγχρονίζεται»: παύει να είναι μια μυθολογική σκηνή και μεταβάλλεται σε μοντέρνα εικόνα. Οι μορφές δεν αποδίδονται ανάγλυφεες, αλλά το φως λειτουργεί σαν χρώμα, δηλαδή τις «χρωματίζει».

Go wild in the Country

Το 1981 το μουσικό συγκρότημα Bow Wow Wow κυκλοφορεί το δισκο Go wild in the Country, το εξώφυλλο του οποίου είναι μια φωτογραφία του Νικ Έγκαν.

Το εξώφυλλο του δίσκου

Το εξώφυλλο του δίσκου

Η φωτογραφία, όπως εύκολα μορεί κανείς να διαπιστώσει, είναι μια άλλη εκδοχή του έργου του Μανέ «Γεύμα στη χλόη»

Και ένα τραγούδι από το δίσκο…

Πηγές

http://www.greek-languange.gr

Ιστορία των Τεχνών, Τέχνες και δημιουργοί, εκδ. ΟΕΔΒ

Η Δευτέρα Παρουσία της Καπέλα Σιξτίνα

28 Μαρ.

Η Καπέλα Σιξτίνα
   Η Καπέλα Σιξτίνα (= παρεκκλήσι του Σίξτου) είναι παρεκκλήσι της επίσημης κατοικίας του Πάπα στην πόλη του Βατικανού. Ανεγέρθηκε από τον Πάπα Σίξτο Δ΄ στον οποίο οφείλεται και το όνομα αυτού και εγκαινιάστηκε στις 15 Αυγούστου του 1483.
Η φήμη του παρεκκλησιού βασίζεται στην αρχιτεκτονική του, η οποία ακολουθεί το Ναό της Παλαιάς Διαθήκης, και ιδιαίτερα στο διάκοσμό του. Είναι ζωγραφισμένο εξ ολοκλήρου με τοιχογραφίες μεγάλων αναγεννησιακών καλλιτεχνών, μεταξύ των οποίων του Μποτιτσέλι και του Μιχαήλ Άγγελου, ο οποίος φιλοτέχνησε την θρυλική οροφή του (1508-1512).

 

οροφ

Η πασίγνωστη λεπτομέρεια της οροφής τής Καπέλα Σιξτίνα

   Η Καπέλα Σιστίνα είναι ο χώρος όπου τελούνται θρησκευτικές διοικητικές δραστηριότητες, και κυρίως το κονκλάβιο, με απόφαση του οποίου εκλέγεται κάθε φορά ο νέος Πάπας.

Η Δευτέρα Παρουσία
    Ο Μιχαήλ Άγγελος Μπουοναρότι (Μικαλάντζελο) υπήρξε αναμφίβολα ένας από τους μεγαλύτερους εικαστικούς καλλιτέχνες όλων των εποχών (γλύπτης, ζωγράφος, αρχιτέκτονας και ποιητής). Ο ιταλός καλλιτέχνης ξεκινά το 1534 να ζωγραφίζει με εντολή του Πάπα Παύλου Γ’ στο δυτικό τοίχο της Capella Sixtina τη «Δευτέρα Παρουσία», 25 χρόνια μετά τη φιλοτέχνηση της οροφής, ενός έργου που ξεκίνησε το 1508 ύστερα από ανάθεση του Πάπα Ιουλίου Β’.
Πρόκειται για μια πολύ μεγάλη νωπογραφία μεγέθους 13,7μ. x 13,2μ.. (Η νωπογραφία είναι τεχνική με βάση την οποία τα χρώματα απλώνονται απευθείας σε νωπή επιφάνεια και διατηρούνται έτσι για μεγάλο χρονικό διάστημα)

 

Η διάσημη νωπογραφία

Η διάσημη νωπογραφία

    Το έργο παριστάνει την ημέρα της «μέλλουσας κρίσης». Πρόθεση του Μιχαήλ Αγγέλου ήταν να αναπαραστήσει τη Δευτέρα Παρουσία, όπως ακριβώς θα πρέπει να είναι και βασίστηκε στα κείμενα τού κατά Ματθαίον Ευαγγελίου: ο Χριστός, σ’ αυτή τη δεύτερη παρουσία του, εμφανίζεται οργισμένος και τιμωρός (κι όχι ευσπλαχνικός) στο πάνω και μεσαίο μέρος της τεράστιας νωπογραφίας. Το χέρι του, είναι υψωμένο με οργή και μοιάζει να εξακοντίζει, όπως ο Δίας, τον φοβερό κεραυνό της κατάρας του διαγώνια, από τα αριστερά προς τα δεξιά. Δίπλα στον Χριστό, στο αριστερό μέρος, βρίσκεται η Παρθένος Μαρία. Οι δύο τους περιστοιχίζονται από αγίες, αγίους και μάρτυρες με αγριωπά πρόσωπα και γουρλωμένα μάτια, που πολλοί από αυτούς κρατούν τα όργανα των βασανιστηρίων τους.
    Στην άκρη αριστερά όπως βλέπουμε (δεξιά δηλ. του Χριστού και της Παναγίας) βρίσκονται οι αγίες με κυρίαρχη τη μορφή της Εύας. Λίγο μετά, ανάμεσα στους άλλους άγιους και μάρτυρες, ξεχωρίζει όρθιος ο άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής και γονατιστός ο άγιος Λαυρέντιος να κρατά την σχάρα του μαρτυρίου του.
    Πιο δεξιά (ακριβώς αριστερά δίπλα στο Χριστό) είναι άλλοι Άγιοι και μάρτυρες. Διακρίνεται ο Άγιος Πέτρος, που προσφέρει στο Χριστό δυο κλειδιά, σύμβολα της εξουσίας του να ελευθερώνει τους ανθρώπους από την αμαρτία, και κάτω ο άγιος Βαρθολομαίος να κρατά το δέρμα του, πάνω στο οποίο ο καλλιτέχνης είχε ζωγραφίσει το ίδιο του το πρόσωπο (τον Άγιο Βαρθολομαίο τον είχαν γδάρει ζωντανό). Τέλος, η γιγάντια μορφή στην άκρη δεξιά είναι ο Σίμωνας ο Κυρηναίος, ο οποίος κουβάλησε τον σταυρό του Χριστού.
    Στο επάνω αριστερό μέρος της νωπογραφίας οι άγγελοι υψώνουν το σταυρό, ενώ στο επάνω δεξιό μέρος άλλοι άγγελοι υψώνουν τον κίονα της μαστίγωσης
    Κατακόρυφα κάτω από τον Ιησού είναι ο Μιχαήλ Άγγελος που κρατάει το βιβλίο των εκλεκτών.
    Στο κάτω μέρος του έργου, οι νεκροί βγαίνουν από τους τάφους τους, ψυχές ανεβαίνουν και κατεβαίνουν, υποκινούμενες από άπτερους αγγέλους και από δαίμονες. Ειδικότερα, κάτω αριστερά διακρίνουμε την «ανάβαση» των ευλογημένων με τη βοήθεια των αγγέλων, ενώ στην άλλη πλευρά, όσοι καταδικάστηκαν, απελπισμένοι και κατατρομαγμένοι, κατακρημνίζονται στην κόλαση.

Αντιδράσεις
    «Η Δευτέρα Παρουσία» απέκτησε μεγάλη φήμη και ξεσήκωσε πολύ θόρυβο και αντιδράσεις. Οι γυμνές μορφές του έργου προκάλεσαν συχνά τα δυσμενή σχόλια των αυστηρών κύκλων της εποχής.
    Ο Biagio de Cesena, αρχιθαλαμηπόλος του πάπα, ανέφερε ότι είναι «…πράξη μέγιστης ατιμίας να έχουν αποτυπωθεί τόσες πολλές γυμνές μορφές που χωρίς αιδώ επιδεικνύουν τα απόκρυφά τους σε ένα τόσο σεβάσμιο μέρος. Αυτό δεν είναι έργο για παπικό παρεκκλήσι, αλλά για το λουτρό κακόφημου σπιτιού»! Ο Μιχαήλ Άγγελος εκδικήθηκε προσθέτοντας την μορφή του στους κολασμένους (στη γωνία κάτω δεξιά, η μορφή που είναι τυλιγμένη με το φίδι).
   Μάλιστα, ο πάπας Παύλος ο Δ’ ανέθεσε στον ζωγράφο Βολτέρα να επέμβει στον πίνακα και να «ντύσει» τις γυμνές μορφές. Ο καλλιτέχνης έμεινε στην ιστορία με το παρατσούκλι ο «βρακωτής».

Και μια περιήγηση στην Καπέλα Σιξτίνα

Η ταφή του κόμητος Οργκάθ (Ελ Γκρέκο)

20 Μαρ.
O πίνακας

O πίνακας

   «Η ταφή του κόμητος Οργκάθ» είναι ίσως το πιο ολοκληρωμένο έργο του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου. Ο Θεοτοκόπουλος ζωγράφισε το έργο αυτό κατά παραγγελία (1586) του πρωθιερέα της εκκλησίας του Σάντο Τομέ (Άγιος Θωμάς), για να καλύψει τον τοίχο του βάθους στο παρεκκλήσι της Παναγίας. Η εκκλησία του Σάντο Τομέ είχε κερδίσει μια σημαντική δίκη και θέλησαν να γιορτάσουν το γεγονός μ’ ένα σπουδαίο έργο που θ’ απαθανάτιζε ένα θρύλο του 14ου αι. Σύμφωνα το θρύλο αυτό, όταν το 1323 πέθανε ο ευλαβικός Δον Γκονζάλο Ρουίθ, κόμης του Οργκάθ, κατέβηκαν από τον ουρανό ο Άγιος Αυγουστίνος και ο πρωτομάρτυρας Στέφανος και μετέφεραν το πτώμα με τα χέρια τους στον τάφο τους.
    Πρόκειται για πίνακα μεγάλου σχήματος με διαστάσεις, 4,80 μ. επί 3,60 μ. κι ολοκληρώθηκε λίγο πριν τα Χριστούγεννα του 1588, εποχή ωριμότητας του Θεοτοκόπουλου.
 

  O πίνακας περιλαμβάνει δύο διακριτές περιοχές.
  Στο κάτω μέρος της σύνθεσης, το γήινο, απεικονίζεται η κηδεία του κόμη Οργκάθ την ώρα που οι παρευρισκόμενοι πενθούντες ευγενείς του Τολέδο βλέπουν μπροστά τους ένα θαύμα: δύο άγιοι, ο Άγιος Στέφανος και ο Άγιος Αυγουστίνος, σκύβουν και παίρνουν οι ίδιοι στα χέρια τους το νεκρό σώμα του Οργκάθ, τον οποίο και θέλουν να τιμήσουν για τον ενάρετο βίο του. Στο σάκο του Αγίου Αυγουστίνου διακρίνονται οι μορφές του Αγίου Παύλου, του Αγίου Θωμά και της Αγίας Αικατερίνης. Ο νεκρός κόμης οδηγείται στον τάφο μέσα στη σιδερένια στολή του ιππότη, πολεμιστής και στη ζωή και στο θάνατο.

  Το πένθος των παριστάμενων Ισπανών ευγενών είναι βουβό.. Δεν υπάρχουν γυναίκες να θρηνούν γοερά, δεν υπάρχουν λουλούδια ούτε διάκοσμος. Υπάρχουν μόνο άνδρες, αμίλητοι. Κομψοί στην εμφάνιση, με βλέμμα περισυλλογής, δείχνουν να αποδέχονται το θαύμα με τόλμη, χωρίς να δείχνουν ότι παραξενεύονται. Ο μόνος που ξεχωρίζει και δείχνει να ξεφεύγει από τη γενική κίνηση και να μας κοιτάει κατάματα είναι εκείνος που θεωρείται ως η πιθανότερη αυτοπροσωπογραφία του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου (λίγο αριστερά από το κέντρο). Στα πρόσωπα του πίνακα, εκτός από τον ίδιο, αναγνωρίζονται και πολλά άλλα άτομα της εποχής του Ελ Γκρέκο, ανάμεσα στα οποία και ο ίδιος ο γιος του, ο Γεώργης Μανουήλ σε νεαρή ηλικία (ο μικρός κάτω αριστερά)

   Στο πάνω μέρος της σύνθεσης αναπαρίσταται ο ουρανός που ανοίγει τη στιγμή που οι δύο άγιοι σηκώνουν το κορμί του Οργκάθ. Η ψυχή του κόμη μεταφέρεται από έναν άγγελο έχοντας πάρει τη μορφή ενός βρέφους, όπως συνηθίζεται στην ορθόδοξη ανατολική εικονογραφία.

   Ο άγγελος με ορμητική κίνηση ανυψώνεται κρατώντας προσεχτικά στην αγκαλιά του την ελευθερωμένη ψυχή σαν νεογέννητο. Η ψυχή του Οργκάθ φαίνεται να περνάει την Παναγία και τους άλλους αγίους, για να φτάσει στο Χριστό, που τόσο αγαπούσε τον ευσεβή κόμη. Ένας άνεμος χαράς φυσά στα πρόσωπα των Αγίων και ανεμίζει τα φορέματά τους Ο Χριστός απλώνει τα χέρια και μικρά αγγελούδια πετούν ολόγυρα.

   Σε μάζες από κινούμενα σύννεφα ανθίζει εκτυφλωτική η Δόξα του Θεού. Ανθίζει ο κόσμος των αγίων, των αγγέλων, των ψυχών και, στην κορυφή, τυλιγμένος σε πάλλευκο ύφασμα, σε πάλλευκο που τόσο δύσκολα ζωγραφίζεται. Ο θάνατος, λοιπόν, δεν είναι τέλος ζωής, δεν είναι επίφαση ματαιότητας, δεν είναι ύβρις και αφανισμός. Είναι το επιστέγασμα, η απονομή δικαιοσύνης,

   Η επίδραση του έργου από τη βυζαντινή αγιογραφία είναι φανερή: στην «Κοίμηση της Θεοτόκου» Απόστολοι κρατούν οριζόντιο το σώμα της Παναγίας, ενώ την περιστοιχίζουν οι άλλοι Απόστολοι και ο Χριστός παραλαμβάνει την ψυχή της μητέρας του που μοιάζει με μικρό βρέφος.

Η κοίμηση της Θεοτόκου

Η κοίμηση της Θεοτόκου

   Για την ιστορία, οι πρώτοι εκτιμητές επιδίκασαν στο ζωγράφο 1200 δουκάτα, αμοιβή την οποία η εφορία της εκκλησίας βρήκε υπερβολική. Τελικά όμως συμβιβάστηκαν στο συγκεκριμένο ποσό.

Ο Οδυσσέας και ο Τηλέμαχος σκοτώνουν τους μνηστήρες

8 Μαρ.

μνηστηροφ

Ο Οδυσσέας και ο Τηλέμαχος σκοτώνουν τους μνηστήρες (1812), Christophe Thomas Degeorg

Πρόκειται για έργο του Γάλλου ζωγράφου Christophe Thomas Degeorge. Το έργο βρίσκεται στο Μουσείο Τέχνης Ροζέρ Κιγιότ.

Στο κέντρο ο Οδυσσέας με το τόξο του φονεύει τους μνηστήρες. Πίσω από τον Οδυσσέα διακρίνεται ο γιός του Τηλέμαχος, ο οποίος με το ακόντιό του βοηθάει τον πατέρα του στη μνηστηροφονία. Γονατισμός μπροστά στα πόδια του Οδυσσέα ο αοιδός Φήμιος εκλιπαρεί για τη σωτηρία του.

Ακολουθεί το σχετικό απόσπασμα από τη ραψωδία χ (στ. 350-355) σε μετάφραση Δ. Μαρωνίτη
Και πάνω εκεί ο Φήμιος, του Τέρπιου γιος, ο αοιδός, πέτυχε
να ξεφύγει από τον μαύρο χάρο – αυτός που άθελά του
τραγουδούσε στους μνηστήρες.
Τώρα στα χέρια του κρατώντας τη γλυκόφθογγη κιθάρα,
όρθιος στήθηκε στο μεσοπόρτι, ενώ ο νους του μοιρασμένος
γύρευε τη λύση: έξω να βγει από το μέγαρο και να προσφύγει ικέτης
στον βωμό του Δία, χτισμένο στον αυλόγυρο για τον μεγαλοδύναμο θεό,
όπου συχνά στο παρελθόν ο Οδυσσέας κι ο πατέρας του
έκαιγαν προς τιμήν του μεριά βοδίσια; ή να προσπέσει στου Οδυσσέα τα γόνατα,
να τον παρακαλέσει; Κι όπως το σκέφτηκε καλύτερα, αυτό του φάνηκε
ωφελιμότερο, του Οδυσσέα τα γόνατα ν’ αγγίξει […]:
«Πέφτω, Οδυσσέα, στα γόνατα· έλεος και σπλαχνίσου με.
Βάρος θα το ’χεις στην καρδιά σου, αν θανατώσεις αοιδό –
εμένα, που θεούς κι ανθρώπους τραγουδώ κι ευφραίνω. […]
[…] Αν θες, κι εδώ για χάρη σου / μπορώ να τραγουδήσω, σε βλέπω σαν θεό.
Γι’ αυτό κρατήσου, μη με σφάξεις με χαλκό. Μπορεί κι ο ακριβός σου γιος
να μαρτυρήσει, να σου το πει ο Τηλέμαχος, πως με το ζόρι κι άθελά μου
στα γλέντια των μνηστήρων τραγουδούσα· μ’ έσερναν με τη βία μέσα,
αυτοί που ήσαν περισσότεροι κι είχαν μεγάλη δύναμη.»
 
 

 

 

Οδυσσέας και Σειρήνες

27 Φεβ.

    Οι Σειρήνες ήταν θαλάσσιες νύμφες που συνόδευαν την Περσεφόνη. Όταν ο Άδης απήγαγε την Περσεφόνη, η μητέρα της Δήμητρα τούς έδωσε σώμα πτηνών για να τη βοηθήσουν στην αναζήτηση. Δεν κατάφεραν, ωστόσο, να τη βρουν και εγκαταστάθηκαν σε ένα νησί από όπου με το πανέμορφο τραγούδι τους προσείλκυαν τους ναύτες των πλοίων που πλησίαζαν στην περιοχή τους και προκαλούσαν στην συνέχεια την καταστροφή τους.
      Το νησί των Σειρήνων ή Σειρηνουσσών, σύμφωνα με την κυρίαρχη άποψη, βρισκόταν στην παραλία της Καμπανίας, κοντά στη Νάπολη της Ιταλίας.

   Ο Οδυσσέας είχε ενημερωθεί από την Κίρκη για το γοητευτικό τραγούδι τους με το οποίο παγίδευαν τους ανυποψίαστους ταξιδιώτες, που πλησιάζοντας είτε ξεχνούσαν τον προορισμό τους, είτε κατασπαράζονταν απ’ αυτές. Γι’ αυτό το λόγο, διέταξε το πλήρωμα του να βάλουν κερί στα αυτιά τους, ώστε να μην ακούν το τραγούδι των Σειρήνων, ενώ ό ίδιος ζήτησε να τον δέσουν στο κατάρτι, ώστε, όταν ακούσει το τραγούδι τους, να μη παρασυρθεί από τη γοητεία τους.

800px-John_William_Waterhouse_-_Ulysses_and_the_Sirens_(1891)

John William Waterhouse (1849 – 1917), Οδυσσέας και Σειρήνες

Ο Τζον Γουίλιαμ Γουότερχαουζ (John William Waterhouse, 1849 – 1917) ήταν Άγγλος ζωγράφος, γιος και ο ίδιος ζωγράφων. Γεννήθηκε στη Ρώμη, έζησε όμως στο Λονδίνο. Γνώρισε μεγάλη αναγνώριση όσο ζούσε και υπήρξε μέλος της Βασιλικής Ακαδημίας. Η θεματολογία των έργων του επικεντρώνεται σε σκηνές από τη μυθολογία της αρχαίας Ελλάδας, αλλά και τη ρωμαϊκή ιστορία.

  clip_image001 Γαΐτης Γιάννης (1923 – 1984), Σειρήνες – Οδυσσέας

Γαΐτης Γιάννης (1923 – 1984), Σειρήνες – Οδυσσέας

Ο Γιάννης Γαΐτης (1923-1984) ήταν Έλληνας ζωγράφος, χαράκτης και γλύπτης. Σπούδασε στο Παρίσι, όπου και εγκαταστάθηκε. Έμεινε γνωστός για τα «Ανθρωπάκια» του, μορφές που δεν έχουν ατομικά χαρακτηριστικά και έχουν πανομοιότυπο ντύσιμο με ριγέ κοστούμι και καπέλο, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τη μαζοποίηση του σύγχρονου ανθρώπου

Ο Οδυσσέας στην αυλή του Αλκίνοου

2 Φεβ.

ο οδυσσέας κρύβει τα δάκρυά του

  Ο Φραντσέσκο Χάγιεζ (Francesco Hayez, 10 Φεβρουαρίου 1791 – 21 Δεκεμβρίου 1882) ήταν Ιταλός ζωγράφος, ηγετική μορφή του Ρομαντισμού στα μέσα του 19ου αιώνα στο Μιλάνο, γνωστός για τους πίνακες με ιστορικά και μυθολογικά θέματα, τις αλληγορικές πολιτικές συνθέσεις και τα εξαίρετα πορτρέτα του.

  Καταγόταν από τη Βενετία και το 1814 μετακόμισε στη Νάπολη, όπου έλαβε την παραγγελία να φιλοτεχνήσει τη μεγάλη σύνθεση «Ο Οδυσσέας στην Αυλή του Αλκίνοου». Πρόκειται για ένα έργο το οποίο αποπεράτωσε ένα χρόνο μετά (1815) και σήμετα βρίσκεται στην Εθνική Πινακοθήκη Καποντιμόντε, στη Νάπολη.

  Στο έργο απεικονίζεται ο Οδυσσέας να δακρύζει τη στιγμή που ο αοιδός Δημόδοκος τραγουδάει στο παλάτι των Φαιάκων για το Δούρειο Ίππο. Εἰναι η στιγμή που ο Αλκίνοος, βασιλιάς των Φαιάκων, θα ζητήσει από τον Οδυσσέα ν’ αποκαλύψει ποιος είναι, πού ταξίδεψε και γιατί κλαίει.

      Ακολουθεί το σχετικό απόσπασμα της ραψωδίας θ της Οδύσσειας σε μετάφραση Δ. Μαρωνίτη:

Καθώς τραγούδαγε ο φημισμένος αοιδός, ο Οδυσσέας με τα δυο του χέρια
πιάνει το πορφυρό του πανωφόρι, το ’φερε πάνω απ’ το κεφάλι του
καλύπτοντας το ωραίο του πρόσωπο·
από ντροπή μπροστά στους Φαίακες, που βούρκωσαν τα μάτια του
κι έτρεχε ασταμάτητο το δάκρυ.
Μόλις ο θείος αοιδός τέλειωνε το τραγούδι του, εκείνος
σφούγγιζε το κλάμα του, κατέβαζε το ρούχο απ’ το κεφάλι του
και με μια κούπα δίδυμη στάλαζε στους θεούς σπονδή.
Όταν ωστόσο ο αοιδός ξανάπιανε να τραγουδήσει,
γιατί του το ζητούσαν οι καλύτεροι των καλεσμένων
που απολάμβαναν τα έπη του, ο Οδυσσέας σκέπαζε πάλι
το κεφάλι του θρηνώντας.
Οι άλλοι καν δεν πρόσεξαν που πνίγονταν στο δάκρυ ο ξένος,
μόνο ο Αλκίνοος το αισθάνθηκε· όπως καθόταν πλάι του,
άκουσε και κατάλαβε βαρύ τον στεναγμό του. […]
 
 
 

Οδυσσέας και Ναυσικά

19 Ιαν.

Lastman_Odysseus_and_Nausicaä

Ο Πίτερ Λάστμαν (Pieter Pietersz. Lastman 1583-1633) ήταν Ολλανδός ζωγράφος, γνωστός κυρίως για τους ιστορικούς πίνακες που φιλοτέχνησε, αλλά και ως δάσκαλος του Ρέμπραντ. Υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους ιστορικούς ζωγράφους του 17ου αιώνα στην Ολλανδία, πριν από την καθιέρωση του μαθητή του, ενώ η φήμη του εξαπλώθηκε και εκτός των συνόρων της χώρας του, αναλαμβάνοντας παραγγελίες για το βασιλιά της Δανίας. Στα σπουδαιότερα έργα του ανήκει ο πίνακας Οδυσσέας και Ναυσικά του 1619, ο οποίος βρίσκεται σήμερα στην πινακοθήκη του Μονάχου.

Το έργο απεικονίζει τη Ναυσικά πάνω σε ανοιχτή άμαξα συνοδευόμενη από υπηρέτριες, οι οποίες της κρατάνε την ομπρέλα για να παραμένει στη σκιά ή κάνουν το πλύσιμο των ρούχων. Μπροστά είναι στρωμένο ένα υπαίθριο γεύμα με καλάθια γεμάτα με φρούτα και φαγώσιμα. Ο Οδυσσέας παρουσίαζεται ξαφνικά γονατιστός. Είναι γυμνός με ελάχιστα φύλλα που καλύπτουν τα επίμαχα σημεία στο σώμα του. Οι γυναίκες φαίνονται τρομαγμένες και ξαφνιασμένες από τον απρόσμενο επισκέπτη. Χαρακτηριστική είναι η σκηνή από την Οδύσσεια σε μετάφραση Δ. Μαρωνίτη:

[…] από τα θάμνα του αναδύθηκε θείος ο Οδυσσέας, χώνει
το στιβαρό του χέρι σε σύδεντρο πυκνό και σπάζει
ένα κλαδί με φύλλα, τη γύμνια του να προστατέψει στ’ αντρικά του μέρη.
Και κίνησε σαν το περήφανο λιοντάρι που περιφέρεται στα όρη,
το δέρνει ο άνεμος και το μουσκεύει η μπόρα […]
παρόμοιος έμελλε κι ο Οδυσσέας να σμίξει με κόρες καλλιπλόκαμες,
έτσι όπως ήτανε γυμνός […]
Όμως τους φάνηκε φριχτός, απ’ την αλμύρα φαγωμένος.
σκόρπισαν τότε πανικόβλητες, εδώ η μια
η άλλη αλλού, γυρεύοντας πού να κρυφτούν στα υψώματα της όχθης.
Μόνον του Αλκίνοου η θυγατέρα παραμένει ακίνητη
(ζ 160-164, 168-173)